Όταν ο ιδιοκτήτης και εκμισθωτής ενός ακινήτου προβαίνει στην εκποίησή του, αυτός που αποκτά υπεισέρχεται αυτοδίκαια και συνολικά στην έννομη σχέση της μίσθωσης. Δεν αποκλείεται όμως ο μισθωτής να αγνοεί την εκποίηση και να συνεχίζει να καταβάλλει μισθώματα στον προηγούμενο ιδιοκτήτη με τον οποίο κατάρτισε τη μίσθωση, παρότι αυτός δεν είναι πλέον εκμισθωτής και δανειστής της απαίτησης για καταβολή μισθωμάτων. Αν η καταβολή δεν θεωρηθεί έγκυρη, η υποχρέωση για καταβολή μισθωμάτων δεν θα έχει αποσβεστεί και το βάρος αναζήτησης όσων καταβλήθηκαν, καθώς και τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του αρχικού εκμισθωτή, έχει ο μισθωτής, ο οποίος κατέβαλε σε μη δικαιούχο· διαφορετικά, το σχετικό βάρος και τον αντίστοιχο κίνδυνο φέρει ο νέος κτήτορας.
Αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση διά της οποίας έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη των κατηγορουμένων για τα αποδιδόμενα αδικήματα, κατ’ εφαρμογήν του άρ. 67 του Ν. 4735/2020, το οποίο θεωρήθηκε ότι εισάγει ειδική παραγραφή, καθώς σύμφωνα με την άποψη της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η ανωτέρω διάταξη, μέσω της οποίας εξαλείφεται αναδρομικά το αξιόποινο των πράξεων αιρετών και υπαλλήλων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού που αφορούν σε πληρωμές ενταλμάτων έως τις 31.7.2019, οι οποίες διενεργήθηκαν κατόπιν ελέγχων των Υπηρεσιών Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΥΔΕ) και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποτελεί κατ’ ουσίαν αντισυνταγματική νομοθετική ρύθμιση ως «κρυπτοαμνηστευτική», καθόσον η άρση του αξιοποίνου αφορά σε ορισμένη κατηγορία προσώπων, σχετίζεται άμεσα με τις ιδιότητές τους, και δεν εξυπηρετεί σκοπούς αντεγκληματικής ή σωφρονιστικής πολιτικής· κατά την γνώμη της μειοψηφίας, η επιλογή του νομοθέτη ανάμεσα στους θεσμούς της αμνηστίας και της ειδικής παραγραφής εναπόκειται στην κρίση του και αποτελεί ανέλεγκτο πολιτικό ζήτημα και όχι νομικό, ενώ εν πάση περιπτώσει η αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, από την στιγμή που το δικάσαν δικαστήριο εφήρμοσε διάταξη μη αντικείμενη στο Σύνταγμα, δεδομένου ότι το άρ. 67 του Ν. 4735/2020 θεσπίζει ειδική παραγραφή, εφόσον δεν συνιστά «φωτογραφική» διάταξη, αλλά αφορά αδιακρίτως σε μια ευρύτατη κατηγορία υπαλλήλων, περιλαμβάνει όλα τα σχετικά αδικήματα που φέρεται ότι έχουν τελεσθεί πριν την 31.7.2019 χωρίς να προβλέπει χρόνο έναρξης της παραγραφής, και, εν γένει, η θέσπιση καθεστώτος εξαλείψεως του αξιοποίνου για συγκεκριμένη κατηγορία αδικημάτων δεν έχει κριθεί στο παρελθόν ως αντισυνταγματική.
Η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες (εν προκειμένω ανώνυμης εταιρείας παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών) κατά το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994 μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική. Μόνη η πλημμελής εκπλήρωση των υποχρεώσεων του παρέχοντος υπηρεσίες δεν στοιχειοθετεί παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του καταναλωτή.
Στη μελέτη επιχειρείται συνοπτική επισκόπηση του τρόπου με τον οποίο η αρεοπαγιτική νομολογία συμμορφώθηκε ή απέφυγε να συμμορφωθεί προς ορισμένες βασικές ποινικού ενδιαφέροντος διατάξεις του Συντάγματος. Εξετάζονται περιπτώσεις εφαρμογής αλλά και παραβίασης του κανόνα nullum crimen nulla poena sine lege, νομοθετικές επεμβάσεις στη δικαιοδοτική λειτουργία, ζητήματα που προέκυψαν από την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, αλλά και περιπτώσεις ενάσκησης ποινικής δικαιοδοσίας από μη δικαιούμενα όργανα του κράτους.
Η υπαγωγή υπερχρεωμένης αλλά λειτουργούσας εμπορικής επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης και η συνεπεία αυτής επερχόμενη απώλεια της εξουσίας διάθεσης της περιουσίας της συνεπάγονται την παύση της ισχύος προϋφιστάμενης συμφωνίας περί διαιτησίας, καταρτισθείσας μεταξύ των αρμόδιων καταστατικών οργάνων της επιχείρησης αφενός και ορισμένου ή ορισμένων πιστωτών αυτής αφετέρου.
Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για από κοινού κλοπή και απάτη με υπολογιστή κατ’ εξακολούθησιν, πράξη συνιστάμενη στην αφαίρεση κάρτας ανάληψης μετρητών χρημάτων της παθούσας και χρήσης χωρίς δικαίωμα της εν λόγω κάρτας, με επηρεασμό του αποτελέσματος της διαδικασίας επεξεργασίας ψηφιακών δεδομένων (εκταμίευση από τον λογαριασμό της παθούσης του ποσού των 1.741,25 ευρώ), διότι δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και νομικοί συλλογισμοί για την υπαγωγή των περιστατικών στις εφαρμοσθείσες διατάξεις. – Παύει οριστικά η ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις λόγω παραγραφής.