Τυχόν διάταξη νόμου με την οποία παρατείνεται ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων που ανάγονται σε ημερολογιακό έτος προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού είναι ανίσχυρη, διότι αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου και στο εξειδικεύον αυτήν άρ. 78 του Συντάγματος.
Αντικείμενο της μελέτης αποτελεί η εξέταση της εγκυρότητας όρων των συμβάσεων leasing που προβλέπουν, σε περίπτωση υπερημερίας του λήπτη, σωρευτική άσκηση τόσο του δικαιώματος για επιστροφή του παραχωρηθέντος πράγματος, όσο και του δικαιώματος για αναζήτηση όλων των μη ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων.
Αναιτιολόγητη η καταδικαστική απόφαση, αναφορικά με την δήμευση του χρηματικού ποσού των 35.000 ευρώ, διότι δεν αρκεί η αναφορά ότι το επίμαχο ποσό προέρχεται από διακίνηση ναρκωτικών και ότι βρέθηκε στο ίδιο σπίτι με τα ναρκωτικά, χωρίς την παράθεση πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία να συνδέεται η προέλευση του εν λόγω ποσού με συγκεκριμένες πράξεις διακίνησης, τελεσθείσες από τον κατηγορούμενο.
Οι εταίροι μπορούν να αποκλίνουν από τον κανόνα της ισομερούς συμμετοχής στα κέρδη ή τις ζημίες είτε με την αρχική εταιρική σύμβαση είτε με μεταγενέστερες τροποποιήσεις της. Όρια στη συμβατική τους ελευθερία θέτουν αφενός μεν οι γενικές διατάξεις (ΑΚ 174, 178, 179), αφετέρου δε η απαγορευτική διάταξη του άρθρου 764 ΑΚ. Η ρήτρα πλήρους απαλλαγής ορισμένου εταίρου από τη συμμετοχή στις ζημίες είναι κατ’ αρχήν άκυρη.
Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας ανηλίκου δεν έχουν σημασία η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ’ αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση, δεν απαιτείται δε ο ανήλικος να ενοχλείται από την πράξη του δράστη.
Σε περίπτωση μερικής ακυρότητας δανειακής σύμβασης λόγω ασάφειας του ΓΟΣ που ρυθμίζει το κυμαινόμενο επιτόκιο και τον τρόπο αναπροσαρμογής του, η πλήρωση του ανακύπτοντος κενού γίνεται με συμφωνία των μερών κατά δίκαιη κρίση ή από το δικαστήριο (εφαρμογή του άρθρου 371 ΑΚ).
Οι πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ σχετικά με το κανονιστικό νόημα των άρθρων 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 50 του ΧΘΔΕΕ (αντίστοιχα) καθώς και με τους όρους «περιορισμού» του οικείου θεμελιώδους δικαιώματος επαναθέτουν στο προσκήνιο το ζήτημα της συμβατότητας της διττής κυρωτικής αντίδρασης της Πολιτείας για την αυτή παράβαση με την ευρωπαϊκή και την ενωσιακή δικαιοταξία. Για την ανάδειξη των κανονιστικών επιπτώσεων εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων επί του εθνικού δυαδικού συστήματος κυρώσεων επιχειρείται με την παρούσα μελέτη η αξιολογική προσέγγιση της νομολογίας των δύο ανωτέρω Δικαστηρίων, ακολούθως δε των «απαντήσεων» του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου.