Κηρύσσεται κατά πλειοψηφία ένοχος ο κατηγορούμενος για το αδίκημα της παραβίασης δικαστικής αποφάσεως, επειδή δεν επέτρεψε στην εν διαστάσει σύζυγό του να παραλάβει τα ανήλικα τέκνα τους για την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας, καίτοι ήταν υποχρεωμένος να το πράξει βάσει δικαστικής αποφάσεως, ενώ παράλληλα δεν αποδείχθηκε γνήσια άρνηση των ιδίων των ανηλίκων, αφού η αρνητική τους εκδήλωση ήταν αποτέλεσμα της υποβολιμαίας συμπεριφοράς του κατηγορουμένου· κατά την γνώμη της μειοψηφίας, ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να κηρυχθεί αθώος του αποδιδόμενου αδικήματος, αφού η παραβίαση της δικαστικής απόφασης δεν οφείλεται σε δόλο του, αλλά στην βούληση των τέκνων να μην επικοινωνούν με την μητέρα τους, δεδομένης της πικρίας τους λόγω της εγκατάλειψης της συζυγικής εστίας από εκείνη.
Για να αναπτύξει ένα ηλεκτρονικό έγγραφο την αποδεικτική του δύναμη ως ιδιωτικό έγγραφο απαιτείται ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, αποκλειομένης της δυνατότητας υποκατάστασης αυτής με μηχανικό μέσο. Η υποκατάσταση της ιδιόγραφης υπογραφής επιτρέπεται μόνον από ηλεκτρονική υπογραφή, απλή ή προηγμένη κατά την έννοια του Ν. 4727/2020.
Παύει οριστικά η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής της πράξης ήδη από το έτος 2016, από την στιγμή που αυτή κρίθηκε, κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, ότι στοιχειοθετεί το πλημμέλημα της χειραγώγησης της αγοράς, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας περί της διακεκριμένης παραλλαγής του αδικήματος σε βαθμό κακουργήματος, αφού δεν προέκυψε ούτε ζημία ούτε περιουσιακό όφελος υπερβαίνον το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, το οποίο να συνδέεται με τυχόν ρευστοποίηση της μετοχής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Εάν διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως της διαφοράς κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, η επανασυζήτηση αυτής, θεωρούμενη ως συνέχεια της προηγούμενης, γίνεται υπό την αυτή σύνθεση των μελών του δικαστηρίου. Τυχόν αλλαγή της συνθέσεως στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός αν υπάρχει ανυπέρβλητο κώλυμα να διατηρηθεί η αρχική.
Με τις διατάξεις του άρθρου 940 παρ. 1-2 ΚΠολΔ καθιερώνεται ιδιαίτερο είδος αδικοπρακτικής αποζημιωτικής ευθύνης. Ο απαιτούμενος κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις δόλος ή βαριά αμέλεια του επισπεύδοντος αφορά (όχι στο κύρος της εκτελεστικής διαδικασίας ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης ή αυτού του ίδιου του εκτελεστού τίτλου αλλά) αποκλειστικά στην ύπαρξη του ουσιαστικού δικαιώματος, προς ικανοποίηση του οποίου επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση.
Αποβάλλονται, κατά πλειοψηφία, οι δηλώσαντες παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας κληρονόμοι του θανόντος δικαιούχου της αστικής αξίωσης, δεδομένου ότι η δήλωση πολιτικής αγωγής του αποβιώσαντος είχε συντελεστεί ακύρως, ελλείψει επιφυλάξεώς του για μέρος της απαίτησης την οποία εισήγαγε στην ολότητά της στο πολιτικό δικαστήριο που έκρινε τελεσίδικα επί της αγωγής. Κατά την γνώμη της μειοψηφίας, εξαιτίας του αμιγώς ποινικού και όχι πλέον «μικτού» χαρακτήρα της υποστήριξης της κατηγορίας στον νΚΠΔ, αυτή έχει αποσυνδεθεί από την ανάγκη εισαγωγής αστικής αξιώσεως στο ποινικό δικαστήριο, επομένως νομίμως οι κληρονόμοι του θανόντος συνέχισαν την παράσταση που είχε δηλωθεί το πρώτον από τον ίδιο κατά την προδικασία, ανεξαρτήτως της απόσβεσης της αστικής απαίτησης λόγω της τελεσίδικης απόρριψης της αγωγής από το πολιτικό δικαστήριο. Κηρύσσονται αθώοι οι κατηγορούμενοι για τα αποδιδόμενα αδικήματα της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος αντικειμένου αξίας άνω των 120.000 ευρώ, εφόσον το επίμαχο χρηματικό ποσό δόθηκε σε αυτούς ως δωρεά και όχι εν είδει παρακαταθήκης, την έννοια της οποίας αγνοούσε ο εγκαλών, και της συκοφαντικής δυσφήμησης, δοθέντος ότι ο υπό κρίσιν ισχυρισμός αποδείχθηκε αληθής.
Σε περίπτωση ανάκλησης της δωρεάς ο ανακαλέσας δωρητής δικαιούται να απαιτήσει από τον δωρεοδόχο την αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος, δηλαδή την αναμεταβίβαση της κυριότητας με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αν ο δωρεοδόχος κατά τον χρόνο της ανάκλησης έχει καταστεί κύριος του δωρηθέντος ακινήτου με τακτική χρησικτησία, η κυριότητα δεν δύναται να ανακτηθεί κατά τα ανωτέρω από τον δωρητή διότι υφίσταται νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού.