Γίνεται κατά πλειοψηφία δεκτή η αίτηση του αιτούντος για μετατροπή της ποινής που του επιβλήθηκε από γαλλικό δικαστήριο σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, δοθέντος ότι δεν πρόκειται περί προσαρμογής και παράλληλα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την μετατροπή· κατά την γνώμη της μειοψηφίας, η μετατροπή συνιστά ουσιώδη μεταβολή της αρχικής ποινής και ως τέτοια προσκρούει στην στόχευση της διεθνούς συνεργασίας στο πλαίσιο του ΕΕΣ, όπου το κράτος εκτελέσεως δεν ασκεί ιδίαν ποινική εξουσία, αλλά διευκολύνει την άσκηση αλλοδαπής δικαιοδοτικής εξουσίας.
Σε αντίθεση με τον προϊσχύσαντα N. 2803/2000 για την προστασία των κοινοτικών εννόμων αγαθών, το έγκλημα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 386Β ΠΚ, που μόνον αυτό μπορεί να προσλάβει χαρακτήρα κακουργήματος, μπορεί να τελεστεί μόνον κατά την υποβολή αιτήματος κατευθυνόμενου σε έγκριση επιχορήγησης. Γι’ αυτό και σε περίπτωση αθέμιτης παρασιώπησης γεγονότων που ο υπαίτιος είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει, μετά την έγκριση της επιχορήγησης, δυνατότητα εφαρμογής έχει μόνον η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου. Δεδομένου δε ότι η διάταξη προστατεύει το ημεδαπό έννομο αγαθό της περιουσίας του Δημοσίου, η βλάβη της περιουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από πράξεις απάτης περί τις επιχορηγήσεις κατέστη δυνατή μόνον με την κατάργηση του Ν. 2803/2000 και την αντικατάστασή του από τον Ν. 4689/2020, όταν δηλώθηκε το πρώτον η βούληση του νομοθέτη να συμπεριλάβει στα προστατευόμενα από την διάταξη του άρθρου 386Β ΠΚ έννομα αγαθά και τα ανήκοντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην μελέτη ερευνάται κατά πόσο η ισχύουσα στην Ελλάδα νομοθεσία είναι σύμφωνη προς το περιεχόμενο της Οδηγίας 2018/1673, η οποία έπρεπε να ενσωματωθεί στις εθνικές νομοθεσίες έως τις 3 Δεκεμβρίου 2020. Αναδεικνύονται οι πιο ουσιώδεις αποκλίσεις, με τις οποίες όχι μόνο παραβιάζονται βασικοί κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, αλλά και επηρεάζεται η ευρύτερη υποχρέωση της χώρας μας να συνεργάζεται με τα λοιπά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αποτελεσματική δίωξη και τιμωρία του συγκεκριμένου εγκλήματος.
Όταν η εθνική νομοθεσία επιτρέπει την εξέλιξη της δίκης ερήμην του κατηγορουμένου, αυτός θα πρέπει, μόλις πληροφορηθεί την δίωξη, να μπορεί να επιτύχει εκ νέου την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης με την παρουσία του και να έχει την δυνατότητα προβολής νέων αποδεικτικών στοιχείων, οπότε δεν συντρέχει προσβολή του δικαιώματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης και η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι επιτρεπτή.
Σιωπηρή απόρριψη από τον Άρειο Πάγο αιτήματος του προσφεύγοντος για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ στο πλαίσιο ποινικής δίκης. Διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Η επανάληψη της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου συνιστά εν προκειμένω κατάλληλο επανορθωτικό μέτρο.
Κηρύσσεται απαράδεκτη η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (από δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, ύψους 396.427,03 ευρώ, που γεννήθηκαν συνεπεία πράξεων λαθρεμπορίας) λόγω δεδικασμένου, καθόσον η πράξη συγκροτείται από τα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που αναφέρονται στην καταλογιστική πράξη του Τελωνείου και απαρτίζουν κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία την πράξη λαθρεμπορίας για την οποία έχει καταδικασθεί αμετακλήτως ο κατηγορούμενος.
Απορρίπτεται η υπό κρίσιν έφεση του Ελληνικού Δημοσίου ως αβάσιμη, καθόσον κρίνεται ότι η επιβληθείσα εις βάρος του εφεσιβλήτου ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών με αναστολή για το αδίκημα της λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων (δύο ΤΠΥ μικτής αξίας 70.800 ευρώ έκαστο) παρίσταται ικανή να καταστείλει κατά τρόπο αποτελεσματικό, αποτρεπτικό και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας την αντίστοιχη διοικητική παράβαση που του αποδόθηκε, κατά συνέπεια δε ορθώς ακυρώθηκε η ένδικη πράξη επιβολής προστίμου με την εκκαλούμενη απόφαση.