Στην νομολογία υποστηρίχθηκε πρόσφατα η άποψη ότι ο όρος διαθήκης που περιορίζει την εξουσία του κληρονόμου μετοχών να τις διαθέσει σε τρίτους είναι άκυρος. Το κύριο επιχείρημα της άποψης αυτής έγκειται στο ότι από τις διατάξεις του δικαίου της ανώνυμης εταιρίας που αναγνωρίζουν την δυνατότητα του καταστατικού να προβλέπει την έκδοση δεσμευμένων μετοχών, συνάγεται πως μόνον η ίδια η εταιρία έχει την αρμοδιότητα να θέτει περιορισμούς στην μεταβίβασή τους. Με αφορμή την ανωτέρω νομολογία η μελέτη αναλύει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί η σύσταση καταπιστεύματος να συναχθεί ερμηνευτικά από την απαγόρευση διαθέσεως που έχει ταχθεί στον κληρονόμο με διαθήκη.
Κατά τον ισχύοντα ΚΠΔ οι διάδικοι συνιστούν υποκείμενα της ποινικής δίκης και συμπράττουν στην εξέλιξη αυτής ως φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Στις σχετικές διατάξεις των άρθρων 70 έως 100, όπως επισημαίνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του νέου ΚΠΔ, ενσωματώθηκαν οι αξιώσεις της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, αλλά και της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας.
Ο πηγαίος κώδικας λογισμικού προστατεύεται αυτόνομα από τον νόμο περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ν. 2121/1993) ως πρωτότυπο λογοτεχνικό έργο από την στιγμή της δημιουργίας του. Η προσωρινή ένδικη προστασία του έγκειται (και) στην χορήγηση αποδεικτικών ασφαλιστικών μέτρων, όπως, ιδίως, της αναλυτικής απογραφής των αντικειμένων που κατέχονται από τον καθ’ ου και αποτελούν μέσο τέλεσης ή προϊόν ή απόδειξη της μη εξουσιοδοτημένης χρήσης εκ μέρους του.
Η αναγνώριση εννόμων συνεπειών στην συναίνεση των ανηλίκων σε ιατρικές πράξεις αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα στο πεδίο […]
Δημοκρατική κοινωνία δεν νοείται χωρίς κράτος δικαίου και κράτος δικαίου δεν νοείται χωρίς νομοθετική διαμόρφωση συνθηκών χρηστής διεξαγωγής των δικών. Παρά τις σύντονες προσπάθειες της Χώρας μας τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να επιβιώνουν λείψανα παλαιών αναχρονιστικών διαδικαστικών ρυθμίσεων, οι οποίες ευνοούν απροκάλυπτα το Δημόσιο στις αντιδικίες του με τους ιδιώτες. Ένα απτό παράδειγμα αποτελούν οι διαδικαστικές ρυθμίσεις που προβλέπονται για την οφειλόμενη αποζημίωση σε περίπτωση αυθαίρετης χρήσης δημόσιων κτημάτων.
Η μελέτη επιδιώκει να προσεγγίσει σφαιρικά το ζήτημα των εφευρέσεων εργαζομένων. Αναλύονται οι συναφείς με την προβληματική θεμελιώδεις έννοιες και αρχές (δικαίωμα στην εφεύρεση, αρχή του εφευρέτη, δικαίωμα του εργοδότη στο αποτέλεσμα της εργασίας), οι επιμέρους κρίσιμες νομικές ρυθμίσεις (άρθρο 6 παρ. 4 και 5 ν. 1733/1987, άρθρο 65 ν. 4864/2021), καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που ιδρύονται βάσει αυτών.
Η άρνηση σύναψης σύμβασης λόγω δυσμενούς διάκρισης εκ μέρους παρόχων αγαθών και υπηρεσιών στο ευρύ κοινό στοιχειοθετεί, εν όψει και του ν. 4443/2016, μορφή καταχρηστικής άσκησης της αποφατικής συμβατικής ελευθερίας. Εν τούτοις, σε επίπεδο διεθνούς νομολογίας, πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ δέχονται ότι η εφαρμογή της νομοθεσίας σχετικά με την απαγόρευση των διακρίσεων σε χώρους παροχής αγαθών και υπηρεσιών στο ευρύ κοινό (public accommodations) είναι ενίοτε αντισυνταγματική. Στην μελέτη υποστηρίζεται ότι η νομολογία αυτή είναι προβληματική.