Η παρούσα μελέτη εξετάζει το ενδεχόμενο ύπαρξης κενού στην απόδοση ποινικής ευθύνης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) που δρουν με υψηλό βαθμό αυτονομίας προσβάλλουν έννομα αγαθά. Ειδικότερα, οριοθετείται η έννοια του «κενού ευθύνης» (responsibility gap) κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο τριμερώς, βάσει της ακόλουθης διάκρισης περιπτώσεων: α) σκόπιμης χρήσης συστημάτων ΤΝ ως μέσων τέλεσης εγκλημάτων, β) αμελούς κατασκευής, προγραμματισμού ή χρήσης συστημάτων ΤΝ και γ) περιπτώσεις κατά τις οποίες το επίπεδο αυτονομίας των συστημάτων ΤΝ καθιστά αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερή την απόδοση ενοχής ως προς το εγκληματικό αποτέλεσμα σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα. Τέλος, τίθεται το ερώτημα, αν η αδυναμία απόδοσης ποινικής ευθύνης στις υπό γ) περιπτώσεις συνιστά κενό νόμου ή, αντιθέτως, αν καταδεικνύει ένα εγγενές όριο της αρχής της ενοχής που διατρέχει το ποινικό δίκαιο.
Αντικείμενο του άρθρου είναι η κριτική ανάλυση και αξιολόγηση των σύγχρονων μορφών ιδιωτικοποίησης των φυλακών σε διεθνές επίπεδο, με ειδικές, όπου αρμόζει, αναφορές στην Ελλάδα. Η μελέτη επιχειρεί να αναδείξει τους περιορισμούς στην επιχειρηματολογία των υποστηρικτών των ιδιωτικών φυλακών, η οποία επικεντρώνεται στη σύγκριση ιδιωτικών και δημόσιων φυλακών επί τη βάσει πρωτίστως του μόνο καθ’ υπόθεσιν αξιολογικά ουδέτερου κριτηρίου της αποδοτικότητας. Η προσέγγιση αυτή υποβαθμίζει το κομβικό κριτήριο της ποιότητας λειτουργίας μιας φυλακής, συρρικνώνοντας το πολυδιάστατο περιεχόμενό της προκειμένου αυτό να καταστεί ευκολότερα μετρήσιμο και αποσυνδέοντάς το από την ουσιαστική συζήτηση για τους σκοπούς της στερητικής της ελευθερίας ποινής καθώς και από τις προϋποθέσεις νομιμοποίησής της. Το άρθρο εντοπίζει περαιτέρω ορισμένα εγγενή χαρακτηριστικά των ιδιωτικών φυλακών με δυνητικά αρνητική επίδραση στην ποιότητα της φυλάκισης, αναγνωρίζοντας παράλληλα τη βαρύνουσα σημασία των ευρύτερων συνθηκών του εκάστοτε περιβάλλοντος λειτουργίας της. Η αρνητική αποτίμηση της ιδιωτικοποίησης των φυλακών σχετικοποιείται ωστόσο στην περίπτωση της ηπιότερης εκδοχής της τελευταίας, δηλαδή τη μελέτη/κατασκευή νέων φυλακών, όταν προτάσσεται η διασφάλιση των στοιχειωδών δικαιωμάτων των κρατουμένων υπό συνθήκες πραγματικής (και όχι κατασκευασμένης) κρίσης του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας.
Απορρίπτεται το αίτημα περί κηρύξεως απαράδεκτης της ποινικής δίωξης για καταδολίευση δανειστών, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης, δοθέντος ότι ο δικαιούχος απέκτησε βέβαιη και πλήρη γνώση στις 22.2.2022 και υπέβαλε έγκληση παραδεκτώς στις 23.5.2022, δηλαδή την επομένη της καταληκτικής ημερομηνίας, η οποία όμως ήταν εξαιρετέα (Κυριακή)· κατά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, η υποβληθείσα έγκληση κρίνεται εκπρόθεσμη κατ’ εφαρμογήν των άρ. 243 εδ. β΄ ΑΚ και 145 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ανυπαρξία ρητής διάταξης στον Ποινικό Κώδικα αναφορικά με το ακριβές χρονικό σημείο συμπλήρωσης της προθεσμίας για υποβολή εγκλήσεως δημιουργεί ερμηνευτικά προβλήματα ως προς την εξάλειψη ή μη του αξιοποίνου σε περιπτώσεις που σχετίζονται με την εμπρόθεσμη υποβολή της έγκλησης. Με αφορμή πρόσφατο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στην μελέτη εξετάζονται οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί ως προς το ακριβές χρονικό σημείο λήξεως της προθεσμίας για την υποβολή εγκλήσεως. Στο πλαίσιο αυτό αναζητείται η ημέρα έναρξης και η ημέρα λήξης της εν λόγω προθεσμίας, όταν η τελευταία ημέρα είναι –καθώς και όταν δεν είναι– εξαιρετέα. Ιδιαιτέρως επικρίνεται η τάση της νομολογίας να οδηγείται, ενίοτε, σε αναλογική εφαρμογή διατάξεων για την παρέκταση μιας προθεσμίας, η συμπλήρωση της οποίας θα είχε ευνοϊκές συνέπειες για τον κατηγορούμενο.
Στην μελέτη παρουσιάζεται η ιδιαίτερη ταυτότητα της τεχνητής νοημοσύνης ως της πλέον προκλητικής για το δίκαιο σύγχρονης τεχνολογικής εξέλιξης, με ανάδειξη κομβικών ζητημάτων που τίθενται με αυτήν ειδικά για τους επιμέρους κλάδους του ποινικού δικαίου.
Αθώωση κατηγορουμένου για πλαστογραφία μετά χρήσεως συνιστάμενη στην συμπλήρωση λευκών επιταγών κατά τα στοιχεία τους θέτοντας κατ’ απομίμηση την υπογραφή της "εκδρότριας", χωρίς κάθε φορά να απαιτείται να την ενημερώνει. Αποδοχή του αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού περί υπάρξεως συναίνεσης της εκδότριας των επιταγών για α) συμπλήρωσή τους κατά τα στοιχεία τους, β) θέση της υπογραφής της και γ) περαιτέρω θέση τους στην κυκλοφορία, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως.
Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά το μέρος με το οποίο απερρίφθησαν αιτήσεις κηρύξεως ακυρότητας πράξεων της προδικασίας σχετικά με την αποδεικτική αξιοποίηση απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών – τυχαίων ευρημάτων που είχαν προκύψει από την άρση του απορρήτου άλλης, διαφορετικής και μη συναφούς δικογραφίας, διότι α) δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρ. 25 ΠΚ επί παραβιάσεως διατάξεων δικονομικού δικαίου από τους εφαρμοστές του, με σκοπό να κριθούν σύννομες δικονομικές ενέργειες, τελεσθείσες καθ’ υπέρβασιν της δικαιοδοσίας τους και κατόπιν εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, και β) δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η αρχή της αναλογικότητας, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με την αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, όταν δεν συμβιβάζεται με την συνταγματική απαίτηση της ασφάλειας και της σταθερότητας των ποινικών ορισμών, που αποσκοπεί στην προστασία του πολίτη από την δικαστική αυθαιρεσία.
Κρίνονται ένοχοι οι κατηγορούμενοι σύζυγοι για το αδίκημα της καταδολίεσης δανειστών με αντικείμενο ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθώς και η κατηγορουμένη κόρη τους για άμεση συνέργεια στην εν λόγω πράξη, συνιστάμενη στην απαλλοτρίωση, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, του μοναδικού περιουσιακού τους στοιχείου με επαρκή αξία για την κάλυψη της απαίτησης, και συγκεκριμένα στην μεταβίβαση με δωρεά της ψιλής κυριότητας ενός διαμερίσματος στην ανήλικη εγγονή τους και της επικαρπίας του ίδιου διαμερίσματος με γονική παροχή στην κατηγορουμένη κόρη τους. Απορρίπτεται ο ισχυρισμός περί προτέρου συννόμου βίου, για την απόρριψη του οποίου δεν απαιτείται η διαπίστωση αμετάκλητης καταδίκης.