Στην περίπτωση ασφαλισμένου ενυπόθηκου ακινήτου, δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης είναι αποκλειστικά ο ενυπόθηκος δανειστής. Δικαιούται ωστόσο ο οφειλέτης (έναντι του ενυπόθηκου δανειστή) να απαιτήσει την διάθεση του ποσού της ασφαλιστικής αποζημίωσης προς τον σκοπό αποκατάστασης της βλάβης του ασφαλισθέντος ακινήτου, εφόσον αυτό είναι οικοδομή (ΑΚ 1287 εδ. γ΄).
Η προσημείωση που προηγείται χρονικά σε σχέση με μεταγενέστερη υποθήκη δεν χάνει την τάξη της ως εμπράγματη ασφάλεια, αλλά απλώς το ποσό που αντιστοιχεί στην ασφαλιζόμενη με προσημείωση απαίτηση κατατάσσεται τυχαία. Τα παραπάνω, που ισχύουν επί αναγκαστικού πλειστηριασμού με βάση το άρθρο 1007 § 1 ΚΠολΔ, ισχύουν, κατ’ αναλογική εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, και στο πεδίο του προβλεπόμενου στο άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 «οιονεί πλειστηριασμού».
Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι και εκείνα που είναι προoρισμένα για την εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού. Απαγόρευση κάθε δικαιοπραξίας του κυρίου επί των εν λόγω πραγμάτων, εφόσον αντίκειται στον εξυπηρετούμενο θρησκευτικό σκοπό. Επιτρέπεται, όμως, η μεταβίβαση της κυριότητας ή η κτήση αυτής με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον δεν αναιρείται η δημόσια χρήση.
Για τη σύσταση ενεχύρου επί ονομαστικών μετοχών ανώνυμης εταιρείας απαιτείται τήρηση ιδιωτικού εγγράφου και παράδοση των μετοχών στην τράπεζα (ενεχυρούχο δανείστρια). Αναγγελία (γνωστοποίηση) της ενεχύρασης στην εκδότρια των μετοχών ανώνυμη εταιρεία δεν προσαπαιτείται. Το δικαίωμα ψήφου στη γ.σ. (που συνδέεται με τη μετοχή) εξακολουθεί να ανήκει κατ’ αρχήν στον ενεχυραστή, ο οποίος διατηρεί και όλες τις λοιπές οργανωτικές/διοικητικές εξουσίες του.
Κατά την κρατούσα γνώμη, όταν παρέχεται ενέχυρο επί αντικαταστατών (και ιδίως αναλωτών) πραγμάτων, ο δανειστής αποκτά την κυριότητα των πραγμάτων, την οποία αντίστοιχα χάνει ο ενεχυραστής. Στην περίπτωση αυτή γίνεται παραδοσιακά λόγος για «ανώμαλο ενέχυρο». Στην μελέτη εξετάζεται η νομική φύση του ανώμαλου ενεχύρου και γίνεται δεκτό ότι δεν πρόκειται για ενέχυρο με την έννοια του ΑΚ, ενώ δεν παρουσιάζει από δογματική άποψη αυθυπαρξία έναντι της εξασφαλιστικής μεταβίβασης (αν πρόκειται για ασφαλειοδοσία επί πραγμάτων) ή της χρηματικής εγγυοδοσίας (αν πρόκειται για ασφαλειοδοσία επί χρημάτων).
Η αποδυνάμωση της διεκδικητικής αγωγής οδηγεί στην απόρριψή της, όχι όμως στην απόσβεση του δικαιώματος της κυριότητας, ούτε, πολύ περισσότερο, στην κτήση της κυριότητας από τον υπέρ ου η αποδυνάμωση. Η κτήση της κυριότητας συντελείται συνήθως με τις προϋποθέσεις της χρησικτησίας, ιδίως της έκτακτης. Στην περίπτωση όμως των ακινήτων του ελληνικού δημοσίου, φαίνεται να εμποδίζεται η κτήση της κυριότητας από τον υπέρ ου η αποδυνάμωση συνεπεία της εξαιρέσεώς τους από τη χρησικτησία. Αυτό δημιουργεί αντινομία, εφόσον οδηγεί σε μια μη ανεκτή από το δίκαιο διηνεκή διάσπαση κυριότητας και νομής. Στη γνωμοδότηση επιχειρείται η εναρμόνιση των δύο θεσμών (αποδυνάμωσης και χρησικτησίας).
Αντικείμενο της μελέτης είναι το ζήτημα αν η προστασία του δικαιώματος κοινοχρησίας επί των κοινόχρηστων πραγμάτων, των οποίων η απαρίθμηση στην ΑΚ 967 είναι ενδεικτική, επιβάλλεται de lege lata να επεκταθεί και στη χρήση ζωτικής για τον σύγχρονο άνθρωπο σημασίας δικτύων παροχής (ενδεικτικά) ηλεκτρικής ή άλλης ενέργειας, πληροφοριών και τηλεπικοινωνιών. Πρόκειται για ένα τεράστιας σημασίας ζήτημα στην σύγχρονη κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα, του οποίου η ρύθμιση βρίσκεται στα όρια των πεδίων εφαρμογής του δημόσιου και του ιδιωτικού δικαίου.
Μεταβίβαση σε τρίτους του συνόλου –πλην ενός καταστήματος– των συστατικών ορισμένης οικοδομής, δηλαδή των διαμερισμάτων και καταστημάτων που την απαρτίζουν, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων σύστασης οροφοκτησίας και αγοραπωλησίας. Στην περίπτωση αυτή το εναπομείναν κατάστημα δεν υπάγεται αυτόματα στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας και συνεπώς δεν καθίσταται αυτοτελής ιδιοκτησία δεκτική χρησικτησίας.