Παύει οριστικά η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής της πράξης ήδη από το έτος 2016, από την στιγμή που αυτή κρίθηκε, κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, ότι στοιχειοθετεί το πλημμέλημα της χειραγώγησης της αγοράς, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας περί της διακεκριμένης παραλλαγής του αδικήματος σε βαθμό κακουργήματος, αφού δεν προέκυψε ούτε ζημία ούτε περιουσιακό όφελος υπερβαίνον το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, το οποίο να συνδέεται με τυχόν ρευστοποίηση της μετοχής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Απαλλάσσονται της κατηγορίας για τέλεση της πράξης της αξιόποινης χειραγώγησης της αγοράς οι κατηγορούμενοι, κατ’ εφαρμογήν της ευνοϊκότερης διάταξης, όσον αφορά στην αντικειμενική υπόσταση, του Ν. 4443/2016, και όσον αφορά στην υποκειμενική υπόσταση, του Ν. 3340/2005, αντιστοίχως, καθόσον ο δεύτερος και ο τρίτος κατηγορούμενος ενεργούσαν απλώς ως διαβιβαστικά όργανα των εντολών προς διενέργεια των επίδικων συναλλαγών, χωρίς να διαθέτουν πρωτοβουλία ελέγχου ή δυνατότητα παρεμβάσεως στη διαδικασία, ενώ παράλληλα δεν διαπιστώθηκε στο πρόσωπο ουδενός ο απαιτούμενος σκοπός προσπορισμού αθέμιτου περιουσιακού οφέλους.
Αναστέλλεται η ποινική διαδικασία που είχε κινηθεί εις βάρος του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής υπό την μορφή της μη απόδοσης ΦΠΑ, μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση επί της προσφυγής που εκείνος άσκησε ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, καθώς οι δικονομικής φύσεως προβλέψεις των Ν. 4987/2022 και 5104/2024 ισχύουν άμεσα και αφορούν στις περιπτώσεις εκείνες για τις οποίες έχουν ήδη γίνει φορολογικοί έλεγχοι και έχουν εκδοθεί εκτελεστές πράξεις της φορολογικής διοίκησης, έτσι ώστε οι διοικητικής φύσεως διαφορές να επιλύονται από τον «φυσικό δικαστή», ήτοι τον διοικητικό δικαστή, ο δε ποινικός δικαστής να επιλαμβάνεται μετά την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της φορολογικής αρχής· εάν o νομοθέτης ήθελε να ισχύουν οι διατάξεις του Ν. 4987/2022 μόνο για τα τελεσθέντα μετά την έναρξη ισχύος του εγκλήματα, ή εάν επιθυμούσε οι εν λόγω διατάξεις να μην τυγχάνουν εφαρμογής για εγκλήματα που τελέστηκαν προ της 6.11.2020, θα το προέβλεπε με ρητή μεταβατική διάταξη, ενώ παράλληλα, σύμφωνα με τους κανόνες της κωδικοποίησης, επέρχεται σιωπηρή κατάργηση των διατάξεων το ρυθμιστικό περιεχόμενο των οποίων καθορίζεται εκ νέου με νεότερη διάταξη του κωδικοποιητικού κειμένου. – Κατά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, η αναστολή της διαδικασίας από το ποινικό δικαστήριο μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής είναι μόνον δυνητική, κατ’ εφαρμογήν της ουδέποτε καταργηθείσας μεταβατικής διατάξεως του άρ. 96 του Ν. 4745/2020, η οποία καταλαμβάνει όλες τις πράξεις που τελέστηκαν έως τις 6.11.2020.
Διατάσσεται η εξακολούθηση της ισχύος της διάταξης του Προέδρου της Αρχής για δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των κατηγορουμένων, λόγω συνδρομής επείγουσας ανάγκης να διαφυλαχθούν αυτά για τον σκοπό μελλοντικής δήμευσής τους, αλλά και για την περαιτέρω συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, επειδή από την φύση της υπό κρίση υπόθεσης καθίσταται ιδιαιτέρως δυσχερής και χρονοβόρος ο εντοπισμός και η ανάκτηση των πάσης φύσεως οικονομικών πλεονεκτημάτων που απέκτησαν οι ύποπτοι και προέρχονται αμέσως ή εμμέσως από τα αδικήματα της απάτης, άλλως της απάτης σχετικά με τις επιχορηγήσεις, και της συνακόλουθης νομιμοποίησης των κτηθέντων εσόδων που αυτοί φέρεται να τέλεσαν, ενεργώντας στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης που είχε συγκροτηθεί για την λήψη κοινοτικών αγροτικών ενισχύσεων με την χρήση εικονικών ηλεκτρονικών μισθωτηρίων αγροτικών εκτάσεων.
Οι πρόσφατες τροποποιήσεις στον χώρο του φορολογικού ποινικού δικαίου με τον Ν. 5104/2024 ανέδειξαν έναν έντονο προβληματισμό αναφορικά με τον χρόνο έναρξης και την αναστολή της παραγραφής στο αδίκημα της έκδοσης πλαστών, έκδοσης – αποδοχής εικονικών ή νόθευσης γνησίων φορολογικών στοιχείων. Στην παρούσα μελέτη γίνεται προσπάθεια να αναδειχθούν διαχρονικά οι νομοθετικές επιλογές σχετικά με την έναρξη και την αναστολή της παραγραφής στα τυπικά αδικήματα φοροδιαφυγής, και ειδικότερα τα ζητήματα παραγραφής στο νέο Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, και να σχολιαστούν οι πιθανές λύσεις του ζητήματος.
Επειδή, ως προς το ζήτημα αν με την εισαγωγή των περιγραφομένων στο άρ. 53 του Τελωνειακού Κώδικα προϊόντων (ενεργειακών προϊόντων, ηλεκτρικής ενέργειας, αλκοόλης, αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών) που υπόκεινται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπράττεται λαθρεμπορία ή απλή τελωνειακή παράβαση έχουν εκδοθεί αντίθετες αποφάσεις των τμημάτων του Αρείου Πάγου, ο σχετικός αναιρετικός λόγος παραπέμπεται στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. – Ορθώς καταδικάσθηκε για λαθρεμπορία ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατείχε και εν συνεχεία πώλησε εμπορεύματα (αλκοολούχα ποτά) που προέρχονται από χώρα της Ε.Ε. χωρίς να έχει καταβληθεί γι’ αυτά ο ειδικός φόρος κατανάλωσης.
Τα πολλαπλά τέλη που προβλέπονται από τον Τελωνειακό Κώδικα ως διοικητική χρηματική κύρωση επί τελωνειακών παραβάσεων λαθρεμπορίας, στην ουσία, λόγω της φύσεως, της βαρύτητας και του σκοπού επιβολής τους, αλλά και του γεγονότος ότι μπορεί να επιβληθούν αδιακρίτως σε οποιοδήποτε πρόσωπο διαπράξει τυχόν τελωνειακή παράβαση, αποτελούν “ποινική” κατά την ΕΣΔΑ και την νομολογία του ΕΔΔΑ κύρωση, αφού πληρούν το δεύτερο και το τρίτο των ουσιαστικών κριτηρίων Engel. – Εφόσον με Καταλογιστική Πράξη Τελωνείου, που έχει ήδη καταστεί απρόσβλητη, επιβλήθηκαν στον αιτούντα και σε άλλα φυσικά και νομικά πρόσωπα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, πολλαπλά τέλη συνολικού ύψους 3.910.961,04 ευρώ για εξακολουθητική τελωνειακή παράβαση, τα οποία έχουν καταβληθεί στο Δημόσιο, απαγορεύεται η ποινική καταδίκη του αιτούντος και από το ποινικό δικαστήριο για λαθρεμπορία, με βάση την αρχή της μη επιβολής διττής ποινικής κύρωσης για την ίδια αξιόποινη πράξη, κατά το άρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρ. 50 του ΧΘΔΕΕ (ne bis in idem).