Στη μελέτη παρουσιάζονται ζητήματα που προκύπτουν από την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 10Α ν. 3500/2006 και επισημαίνονται τα σοβαρά προβλήματα δογματικής αντινομίας σε μια σειρά από ρυθμίσεις που αναφέρονται τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό ποινικό δίκαιο.
Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως του κατηγορουμένου περί απολύτου ακυρότητος, ελλείψεως αιτιολογίας και ελλείψεως νομίμου βάσεως για ηθική αυτουργία σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, συνιστάμενη στην πρόκληση αιματωμάτων και μωλώπων από τον φυσικό αυτουργό στο πρόσωπο και στην κεφαλή του θύματος, το οποίο εσφαλμένως έγινε αντιληπτό από αυτόν ως το υποδειχθέν από τον κατηγορούμενο πρόσωπο.
Η εισαγωγή του θεσμού της υπό όρους αποχής από την ποινική δίωξη στην ελληνική έννομη τάξη με τα άρθρα 48 και 49 του νέου ΚΠΔ σηματοδότησε, τουλάχιστον σε νομοθετικό επίπεδο, μια καθοριστική τομή στην προδικαστική διαχείριση της ποινικής ύλης. Παρά τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 4620/2019, οι νέες ρυθμίσεις δεν εφαρμόστηκαν έκτοτε στην πράξη σε ικανοποιητικό βαθμό, τουλάχιστον σε αυτόν που θα επέτρεπε να σχηματίσει κανείς ξεκάθαρη εικόνα για την αποτελεσματικότητά τους. Οι αιτίες για την διαφοροποίηση μεταξύ της γερμανικής και της ελληνικής έννομης τάξης θα πρέπει πρωτίστως να ερευνηθούν υπό το πρίσμα του αρμόδιου για την εφαρμογή του θεσμού οργάνου, ήτοι της εισαγγελικής αρχής, στην οποία επαφίεται η σχετική διακριτική ευχέρεια.