Κατά την εκδίκαση υποθέσεων αφαίρεσης της γονικής μέριμνας το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο πριν από κάθε συζήτηση να επιχειρήσει συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς σύμφωνα με το άρθρο 611 ΚΠολΔ. Το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται υπό την προϋπόθεση ότι οι γονείς έχουν εμφανιστεί αυτοπροσώπως στο δικαστήριο.
Στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου δεν προσμετράται ό,τι εκείνος απέκτησε από δωρεά. Συσταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ, ώστε να μην εμπίπτουν σε αυτήν (και άρα να συνεκτιμώνται κατά τον υπολογισμό της αύξησης της περιουσίας) οι δωρεές του δικαιούχου της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα προς τον υπόχρεο σύζυγο, έστω και αν αυτές δεν τυγχάνουν ανακλητέες λόγω αχαριστίας.
Η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων κατόπιν εξέτασης της ουσίας της επίδικης υπόθεσης στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Όταν όμως η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ενεργητικής νομιμοποίησης, δίχως να έχει εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης, τότε θεμελιώνεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Διαδικασία λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο σύμφωνα με το άρθρο 1441 ΑΚ, όπως αυτό ισχύει σήμερα (μετά τον Ν. 4509/2017). Η πριν από τον θάνατο ενός από τους συζύγους συμβολαιογραφική επικύρωση της συμφωνίας λύσης του μεταξύ τους γάμου ομοιάζει έντονα με την νομική κατάσταση που δημιουργείται με την έγερση αγωγής διαζυγίου για βάσιμο λόγο και επιφέρει ως εκ τούτου αποκλεισμό του κληρονομικού δικαιώματος του επιζώντος συζύγου κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 1822 ΑΚ.
Οι κληρονομικές συμβάσεις, παρά την απαγόρευσή τους στην Ελλάδα κατά την ΑΚ 368, είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης και αποτελούν σημαντικό εργαλείο για τον σχεδιασμό της κληρονομικής διαδοχής του προσώπου. Στην βάση αυτή, στον Κανονισμό 650/2012 περιλαμβάνονται γι' αυτές ειδικές διατάξεις, η εξέταση των οποίων αποτελεί αντικείμενο της παρούσας μελέτης. Η ανάπτυξη εκκινεί από τον εννοιολογικό προσδιορισμό της κληρονομικής σύμβασης κατά τον Κανονισμό. Στη συνέχεια εξετάζεται το εφαρμοστέο δίκαιο στις κληρονομικές συμβάσεις και ακολουθεί ο προβληματισμός σχετικά με την ενδεχόμενη αντίθεση των κληρονομικών συμβάσεων στην ελληνική δημόσια τάξη.
Η αξίωση αποζημίωσης χρήσης της οικογενειακής στέγης, αφενός κατά τη διάρκεια της διάστασης και αφετέρου κατόπιν της λύσεως ή της ακυρώσεως του γάμου ή του συμφώνου συμβιώσεως ή της λύσεως της ελεύθερης ενώσεως, ήτοι ανεξάρτητα από την ειδικότερη νομική θεμελίωσή της, διαπνέεται από τη θεμελιώδη δικαιοηθική αρχή της επιείκειας, όπως επιτάσσουν η διαμορφωθείσα μεταξύ των συζύγων ή των συντρόφων κοινότητα βίου και η ανάγκη εξυπηρετήσεως του συμφέροντος των τέκνων τους, οι οποίες συνιστούν τις rationes legis του άρθρου 1393 ΑΚ.
Ο βιολογικός πατέρας (στο πλαίσιο ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής), εφόσον δεν έχει χωρήσει εκ μέρους του έγκυρη εκούσια αναγνώριση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1475 παρ. 2 ΑΚ, έχει δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητάς του (ΑΚ 1479 επ.). Δεν δύναται, ωστόσο, επικαλούμενος απλώς τη βιολογική του ιδιότητα ως πατέρα του τέκνου, να αποκρούσει, διά της ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος, την αγωγή της μητέρας με αντικείμενο τη διαπίστωση της αυτοδίκαιης ακυρότητας της εκούσιας αναγνώρισης.
Από τις αναλόγως εφαρμοζόμενες στο σύμφωνο συμβίωσης διατάξεις των ΑΚ 1400 επ. για την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (σε συνδυασμό και με τα πορίσματα της νομολογίας) συνάγονται ερμηνευτικά τα όρια της «ενδοτικότητας» ή της «αναγκαστικότητας» κρίσιμων αξιολογικών σταθμίσεων του νομοθέτη του ΑΚ. Οι εν λόγω αξιολογήσεις μπορούν να φωτίσουν τα όρια της συμβατικής ελευθερίας των συμβίων κατά τον έλεγχο των αμιγώς δικαιοπρακτικών (αυτόνομων) ρυθμίσεων που αυτοί υιοθετούν παρεκκλίνοντας από τον Αστικό Κώδικα.