Στην μελέτη αναλύεται το επίκαιρο ζήτημα του προσδιορισμού της αρχής εκτέλεσης στην απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου στο πλαίσιο της ισχύουσας […]
Με αφορμή τα βουλεύματα ΣυμβΠλημΑθ 703/2024 και ΣυμβΑΠ 498/2025, στη μελέτη επιχειρείται η προσέγγιση του ζητήματος της αρχής εκτέλεσης στο […]
Ορθώς και αιτιολογημένως καταδικάσθηκε για απόπειρα κλοπής ο κατηγορούμενος, που συνελήφθη από αστυνομικούς οι οποίοι ειδοποιήθηκαν ενόσω ερευνούσε το εσωτερικό του οχήματος του εγκαλούντος, διότι με την είσοδό του στο όχημα του τελευταίου και την έρευνά του για ανεύρεση χρημάτων ή άλλων αντικειμένων αξίας, ο δράστης είχε παραβιάσει την σφαίρα κυριαρχίας του εγκαλούντος, ενέργεια που αποτελεί τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κλοπής.
Στη μελέτη επιχειρείται μια κριτική παρουσίαση των παρεμβάσεων στα άρθρα 33 έως 36 από το νομοθέτη του νέου Ποινικού Κώδικα, οι οποίες έχουν ως κοινή συνισταμένη την έννοια της διαταράξεως της συνειδήσεως. Υποστηρίζεται ότι η παρέμβαση στη διατύπωση του άρθρου 34 ΠΚ έχει θετικό πρόσημο, καθώς απαλλάσσει το ποινικό εννοιολογικό οπλοστάσιο από την περιττή και αρνητικά φορτισμένη έννοια της «νοσηρότητας». Όμοια θετικά κρίνεται και η παρέμβαση στη διατύπωση του άρθρου 36 § 2 ΠΚ, η οποία αίρει τον συνταγματικό προβληματισμό που ήγειρε η προηγούμενη διατύπωσή του. Δεδομένου ότι η θεωρητική κατασκευή της a.l.i.c. συνδέεται πρωτίστως με τη βαθμίδα της νομοτυπικής υπόστασης και δεν συνιστά περίπτωση κατ’ εξαίρεση καταλογισμού πράξεων εις ενοχή, το άρθρο 35 ΠΚ συνιστά αφενός μεν αυθεντική διευκρίνιση των ορίων της αρχής εκτέλεσης στο εκ δόλου έγκλημα, ενώ αφετέρου περιλαμβάνει μια περιττή ρύθμιση για το εξ αμελείας έγκλημα. Το αυθεντικό πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται μόνο στα ιδιαίτερα και ιδιόχειρα εγκλήματα. Η προσθήκη όμως της omissio libera in causa στο γράμμα του άρθρου 35 ΠΚ είναι λίαν προβληματική. Οι περιπτώσεις αυτές αντιμετωπίζονται ικανοποιητικά κατά τις γενικές διατάξεις για τη μη γνήσια παράλειψη, καθώς συνιστούν «παράλειψη [τελεσθείσα] δι’ ενεργείας». Τέλος, ομοίως προβληματική υπήρξε η κατάργηση του άρθρου 193 του παλιού Ποινικού Κώδικα.
Ορθώς και αιτιολογημένως καταδικάσθηκε για (πρόσφορη) απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση ο κατηγορούμενος, ο οποίος, έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει τον παθόντα, μετέβη σε καφενείο όπου γνώριζε ότι βρισκόταν ο τελευταίος, προέταξε ένα περίστροφο πλήρες φυσιγγίων, τον σκόπευσε σε ευθεία γραμμή στο ύψος του θώρακα και απόσταση περίπου ενάμισι μέτρου, λέγοντάς του “πούστη θα σε γαμήσω”, πάτησε την σκανδάλη δύο φορές, αλλά δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει τον σκοπό της επίθεσής του, επειδή το περίστροφο για άγνωστους λόγους υπέστη εμπλοκή και το φυσίγγιο δεν πυροδοτήθηκε.
Στην ανθρώπινη δραστηριότητα εμφανίζονται συνεχώς πράξεις που συνδέονται με ένα έγκλημα κατά τρόπο τέτοιο, ώστε εξυπηρετούν την τέλεσή του, πλην όμως διακρίνονται από έναν συνήθη, καθημερινό χαρακτήρα, επαγγελματικό ή μη. Το ερώτημα που τίθεται είναι, αν οι πράξεις αυτές, οι οποίες έχουν γίνει γνωστές ως «αξιολογικά ουδέτερες πράξεις συμμετοχής», πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να τιμωρηθούν ως αξιόποινες πράξεις συνέργειας.
Ορθώς και αιτιολογημένως καταδικάσθηκε για κακοποίηση και κακή μεταχείριση ζώων κατ’ εξακολούθησιν η κατηγορουμένη δήμαρχος, η οποία, ως αρμόδια για την ευζωία των ζώων που βρίσκονταν σε ζωολογικό κήπο που λειτουργούσε χωρίς νόμιμη άδεια και ανήκαν στην ιδιοκτησία και κατοχή του Δήμου, δεν μερίμνησε για την λήψη των κατάλληλων μέτρων για την φροντίδα τους, αλλά προκάλεσε την κακοποίηση και κακή μεταχείρισή τους, καθόσον στα ζώα προξενήθηκαν τραυματισμοί, υποσιτισμοί, αφυδατώσεις, ασθένειες και ταλαιπωρίες.
Η αρχή εκτελέσεως των εγκλημάτων των οποίων ο ακριβής τρόπος τέλεσης δεν περιγράφεται στον νόμο συνίσταται στην ενέργεια που, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι ικανή να επιφέρει την αξιόποινη βλάβη του προστατευόμενου εννόμου αγαθού. Απόπειρα αρπαγής ανηλίκου (άρ. 324 ΠΚ) αποτελεί η προσπάθεια φυσικής απομάκρυνσης του ανηλίκου από τα οριζόμενα πρόσωπα.