Αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση διά της οποίας έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη των κατηγορουμένων για τα αποδιδόμενα αδικήματα, κατ’ εφαρμογήν του άρ. 67 του Ν. 4735/2020, το οποίο θεωρήθηκε ότι εισάγει ειδική παραγραφή, καθώς σύμφωνα με την άποψη της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η ανωτέρω διάταξη, μέσω της οποίας εξαλείφεται αναδρομικά το αξιόποινο των πράξεων αιρετών και υπαλλήλων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού που αφορούν σε πληρωμές ενταλμάτων έως τις 31.7.2019, οι οποίες διενεργήθηκαν κατόπιν ελέγχων των Υπηρεσιών Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΥΔΕ) και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποτελεί κατ’ ουσίαν αντισυνταγματική νομοθετική ρύθμιση ως «κρυπτοαμνηστευτική», καθόσον η άρση του αξιοποίνου αφορά σε ορισμένη κατηγορία προσώπων, σχετίζεται άμεσα με τις ιδιότητές τους, και δεν εξυπηρετεί σκοπούς αντεγκληματικής ή σωφρονιστικής πολιτικής· κατά την γνώμη της μειοψηφίας, η επιλογή του νομοθέτη ανάμεσα στους θεσμούς της αμνηστίας και της ειδικής παραγραφής εναπόκειται στην κρίση του και αποτελεί ανέλεγκτο πολιτικό ζήτημα και όχι νομικό, ενώ εν πάση περιπτώσει η αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, από την στιγμή που το δικάσαν δικαστήριο εφήρμοσε διάταξη μη αντικείμενη στο Σύνταγμα, δεδομένου ότι το άρ. 67 του Ν. 4735/2020 θεσπίζει ειδική παραγραφή, εφόσον δεν συνιστά «φωτογραφική» διάταξη, αλλά αφορά αδιακρίτως σε μια ευρύτατη κατηγορία υπαλλήλων, περιλαμβάνει όλα τα σχετικά αδικήματα που φέρεται ότι έχουν τελεσθεί πριν την 31.7.2019 χωρίς να προβλέπει χρόνο έναρξης της παραγραφής, και, εν γένει, η θέσπιση καθεστώτος εξαλείψεως του αξιοποίνου για συγκεκριμένη κατηγορία αδικημάτων δεν έχει κριθεί στο παρελθόν ως αντισυνταγματική.
Γίνεται κατά πλειοψηφία δεκτή η αίτηση του αιτούντος για μετατροπή της ποινής που του επιβλήθηκε από γαλλικό δικαστήριο σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, δοθέντος ότι δεν πρόκειται περί προσαρμογής και παράλληλα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την μετατροπή· κατά την γνώμη της μειοψηφίας, η μετατροπή συνιστά ουσιώδη μεταβολή της αρχικής ποινής και ως τέτοια προσκρούει στην στόχευση της διεθνούς συνεργασίας στο πλαίσιο του ΕΕΣ, όπου το κράτος εκτελέσεως δεν ασκεί ιδίαν ποινική εξουσία, αλλά διευκολύνει την άσκηση αλλοδαπής δικαιοδοτικής εξουσίας.
Οι αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανήλικο δράστη ουδέποτε μπορούν να προσλάβουν τον χαρακτήρα κακουργήματος. – Η τέλεση από ανήλικο γενετήσιων πράξεων με ανήλικο που δεν είχε συμπληρώσει τα δώδεκα έτη συνιστά πλημμέλημα. – Εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής της παραγραφής, τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά από πέντε έτη (άρ. 111 παρ. 3 ΠΚ). – Η αναστολή της παραγραφής του εγκλήματος, υπό το καθεστώς ισχύος του πΠΚ και του Ν. 4855/2021, αφορούσε στα εγκλήματα που στρέφονται κατά ανηλίκων, χωρίς η διάκριση σε κακούργημα ή πλημμέλημα να επηρεάζει την εφαρμογή της αναστολής καθεαυτή αλλά μόνο την διάρκειά της· αντιθέτως, η μορφή του άρ. 113 παρ. 4 που ίσχυσε υπό τον νΠΚ μέχρι την τροποποίησή της από τον Ν. 4855/2021 προέβλεπε ότι αναστέλλεται η προθεσμία της παραγραφής μόνο των “κακουργημάτων” που τελούνται εις βάρος ανηλίκου. – Παύει οριστικώς η ποινική δίωξη για το αδίκημα του άρ. 339 παρ. 1 περ. α΄, φερόμενο ως τελεσθέν από ανήλικο δράστη, λόγω παραγραφής που επήλθε κατ’ εφαρμογήν της ευνοϊκότερης διάταξης του άρ. 113 παρ. 4 ΠΚ, η οποία ίσχυσε υπό τον νΠΚ ώς την τροποποίησή της από τον Ν. 4855/2021 και προέβλεπε αναστολή της παραγραφής μέχρι την ενηλικίωση του ανήλικου θύματος μόνον εφόσον επρόκειτο για κακούργημα.
Κηρύσσονται ένοχοι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι για τα τελεσθέντα αδικήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, με αναγνώριση στο πρόσωπό τους του λόγου μείωσης της ποινής της νεαρής ηλικίας (άρ. 133 ΠΚ), ενώ απαλλάσσεται ο πρώτος κατηγορούμενος από το αποδιδόμενο σε αυτόν αδίκημα της απόπειρας ληστείας κατά συναυτουργία με άγνωστο δράστη· κατά την γνώμη της μειοψηφίας, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι θα έπρεπε να απαλλαγούν λόγω αμφιβολιών που αποκλείουν την διαμόρφωση πλήρους δικανικής πεποίθησης. Δεν χορηγείται ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση, καθόσον διαπιστώνεται κίνδυνος διάπραξης και άλλων εγκλημάτων από τους καταδικασθέντες.
Αναιρείται εν μέρει λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση, ως προς την διάταξή της περί απορρίψεως της συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, διότι δεν εκτίθενται αρνητικά περιστατικά σχετικά με το ότι δεν είναι δηλωτική της μεταστροφής του χαρακτήρα του και της αρμονικής συμβίωσής του στην κοινωνία η, επί έντεκα περίπου έτη μετά την πράξη του, συμπεριφορά του κατηγορουμένου, υπηκόου Βουλγαρίας, ο οποίος ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, έχει αναπτύξει επιτυχή επαγγελματική δραστηριότητα στον χώρο των συνεργείων καθαρισμού με απασχόληση τριάντα πέντε ατόμων, έχει αποκτήσει ακίνητη περιουσία και είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του.
Απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη η προσφυγή του καταδικασθέντος για διαγραφή από το ποινικό του μητρώο ποινής φυλάκισης επιβληθείσας με αμετάκλητη απόφαση και ανασταλείσας επί τριετία, δεδομένης της μη παρελεύσεως ούτε της αρχικής οκταετούς προθεσμίας αλλά ούτε καν του δυνητικά συντετμημένου χρόνου των τεσσάρων ετών που θα μπορούσε να καθοριστεί με εισαγγελική διάταξη, καίτοι η παρέλευση του εν λόγω χρόνου αποτελεί προϋπόθεση για την επιδιωχθείσα διαγραφή.
Με αφορμή την προσθήκη του μέτρου της δικαστικής απέλασης στον νέο Ποινικό Κώδικα, η παρούσα μελέτη εξετάζει το εξής ερώτημα: είναι δικαιολογημένη, από πλευράς του ποινικού δικαίου, η απέλαση ενός καταδικασθέντος ατόμου, το οποίο διαβιώνει επί μακρόν στο έδαφος της χώρας από την οποία πρόκειται να απομακρυνθεί; Κεντρικό επιχείρημα της μελέτης είναι ότι οι κοινωνικοί δεσμοί ενός επί μακρόν διαμένοντος αλλοδαπού πολίτη τον καθιστούν μέλος της κοινότητας στην οποία διαμένει από την σκοπιά του ποινικού δικαίου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη μελέτη, να δικαιούται αυτός την πρόσβαση στην επανενταξιακή λειτουργία του ποινικού δικαίου.