Στην Γνωμοδότηση εξετάζεται το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας αποποίησης κληρονομίας κατά την ΑΚ 1847 παρ. 1, καθώς και το ζήτημα της ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας λόγω πλάνης περί το δίκαιο σύμφωνα με το άρθρο 1857 παρ. 2 ΑΚ. Συγκεκριμένα, αναλύεται: α) η έναρξη της προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας στην περίπτωση όπου ο προσωρινά καλούμενος στην κληρονομία δεν γνωρίζει από νομική πλάνη ότι καλείται σε αυτήν και β) η νομική αντιμετώπιση της περίπτωσης κατά την οποία ο καλούμενος στην κληρονομία γνωρίζει μεν ότι καλείται στην κληρονομία, αλλά από πλάνη του περί το δίκαιο αγνοεί την ύπαρξη προθεσμίας προς αποποίηση και τις συνέπειες παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας αυτής, ήτοι την πλασματική αποδοχή της κληρονομίας (ΑΚ 1850 εδ. β΄).
Διαδικασία λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο σύμφωνα με το άρθρο 1441 ΑΚ, όπως αυτό ισχύει σήμερα (μετά τον Ν. 4509/2017). Η πριν από τον θάνατο ενός από τους συζύγους συμβολαιογραφική επικύρωση της συμφωνίας λύσης του μεταξύ τους γάμου ομοιάζει έντονα με την νομική κατάσταση που δημιουργείται με την έγερση αγωγής διαζυγίου για βάσιμο λόγο και επιφέρει ως εκ τούτου αποκλεισμό του κληρονομικού δικαιώματος του επιζώντος συζύγου κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 1822 ΑΚ.
Αντικείμενο της κληροδοσίας μπορεί να αποτελέσει κάθε παροχή αποτιμητή σε χρήμα. Καθολική κληροδοσία επιτρέπεται μόνο υπό τη μορφή της ενοχικής κληροδοσίας του άρθρου 1995 ΑΚ. Τύχη (μεμονωμένης) εμπράγματης κληροδοσίας όταν το εναπομένον ενεργητικό δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των κληρονομικών δανειστών. Σε μια τέτοια περίπτωση εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρ. 1901 εδ. β΄ ΑΚ.
Η μελέτη δεν αναφέρεται μόνο στο ζήτημα της αποποίησης κληρονομιάς που έχει επαχθεί σε ανήλικο, το οποίο ρυθμίζεται με τη νέα διάταξη του άρθρ. 35 του ν. 4786/2021, αλλά καλύπτει όλες τις περιπτώσεις αποποίησης κληρονομιάς που έχει επαχθεί σε πρόσωπο ανίκανο ή περιορισμένα ικανό προς δικαιοπραξία. Για όλες αυτές τις περιπτώσεις ερευνώνται αφενός μεν το ζήτημα αν ο ανίκανος μπορεί να αποδεχθεί ή να αποποιηθεί την κληρονομιά αυτοπροσώπως ή δια του νομίμου αντιπροσώπου του, αφετέρου δε η νομική κατάσταση που δημιουργείται μετά την αποδοχή μιας τέτοιας κληρονομιάς.
Ο ορισμός εκτελεστή διαθήκης με διαχειριστική εξουσία σε περιουσία περιερχόμενη σε δικαιοπρακτικά ανίκανο πρόσωπο έχει ως συνέπεια αφενός ότι η περιουσία του ανικάνου έχει δύο διαχειριστές (τον νόμιμο αντιπρόσωπό του και τον εκτελεστή διαθήκης), αφετέρου ότι αυτοί ενεργούν υπό διαφορετικούς κανόνες: τους αυστηρούς κανόνες διαχείρισης που επιβάλλονται από τον νόμο στον νόμιμο αντιπρόσωπο και τους (πιθανόν) πολύ χαλαρούς κανόνες που ορίζει ο διαθέτης για τον εκτελεστή διαθήκης. Προτείνεται η εναρμόνιση των κανόνων διαχείρισης του εκτελεστή διαθήκης με εκείνους που διέπουν τη διαχείριση εκ μέρους του νόμιμου αντιπροσώπου προς τον σκοπό προστασίας του δικαιοπρακτικά ανίκανου προσώπου.
Η διάταξη του άρθρου 35 του Ν. 4786/2021 (σύμφωνα με την οποία: «Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 1912 του Αστικού Κώδικα …, ο κληρονόμος που ενηλικιώνεται δικαιούται εντός της ετήσιας προθεσμίας του άρθρου 1912 ΑΚ να αποποιηθεί την κληρονομία») είναι γνήσια ερμηνευτική ως αίρουσα νομολογιακή διχογνωμία· ως εκ τούτου αναπτύσσει αναδρομική ισχύ.
Η κατάλειψη ορισμένου αριθμού ή ποσοστού μετοχών σε καθέναν εκ των κληροδόχων δεν αποτελεί εγκατάσταση στο ίδιο αντικείμενο (με αποτέλεσμα τη σύσταση κοινού κληροδοτήματος), αλλά σύσταση πλειόνων αυτοτελών κληροδοσιών. Αν εκπέσει για οποιονδήποτε λόγο κάποιος από τους αυτοτελείς κληροδόχους, π.χ. λόγω αποποίησης, οι καταλειφθείσες σε αυτόν μετοχές περιέρχονται στον βεβαρημένο (ΑΚ 1981).
Οι διαφορές σχετικά με την αναγνώριση της ακυρότητας διαθήκης, και συνακόλουθα την αναγνώριση των κληρονομικών μεριδίων των κληρονόμων που καλούνται εξ αδιαθέτου στην κληρονομία, εμπίπτουν στην εξουσία διάθεσης των διαδίκων και άρα ως προς αυτές πρέπει να διεξαχθεί υποχρεωτικά αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης (επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης).