Η μελέτη επιχειρεί να αναλύσει τις διαφορετικές εκφάνσεις του προτύπου του «μέσου καταναλωτή» στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, εστιάζοντας στη λειτουργία και το περιεχόμενo του προτύπου, όπως αυτό διαμορφώνεται κυρίως στην ελληνική νομολογία. Το εν λόγω πρότυπο εδράζεται νομοθετικά στο ενωσιακό δίκαιο, γεγονός που καθιστά αναγκαία την εξέταση του βαθμού σύγκλισης ή τυχόν απόκλισης μεταξύ της ερμηνευτικής προσέγγισης που υιοθετείται σε εθνικό επίπεδο και εκείνης που αποτυπώνεται στην ενωσιακή έννομη τάξη.
Αντικείμενο της μελέτης είναι ο προσδιορισμός της έννοιας της μη υλικής ζημίας (ηθικής βλάβης) στο πλαίσιο του άρθρου 82 παρ. 1 ΓΚΠΔ. Η έννοια αυτή διαθέτει κεντρική σημασία για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης, που ιδρύει ευθύνη προς αποζημίωση σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των διατάξεων του κανονισμού. Στο μέτρο που η μη υλική ζημία συνιστά αόριστη νομική έννοια, η μελέτη επικεντρώνεται στην εξειδίκευση της έννοιας αυτής.
Ενδοσυμβατική αποζημιωτική ευθύνη του Προμηθευτή έναντι του πελάτη του για αδικαιολόγητη καθυστέρηση επανασύνδεσης διακοπείσας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Ο Προμηθευτής δεν αρκεί να δώσει εντολή επανασύνδεσης στον ΔΕΔΔΗΕ, προκειμένου να έχει εκπληρώσει την αντίστοιχη συμβατική του υποχρέωση έναντι του πελάτη· οφείλει επιπλέον να διαβεβαιώσει τον πελάτη ότι εκτελέστηκε η δοθείσα εντολή και να ενημερώσει για τυχόν κώλυμα.
Δεύτερη επίδοση διαταγής πληρωμής, που λαμβάνει χώρα μετά την άσκηση ανακοπής, ενεργοποιεί νέα προθεσμία άσκησης ανακοπής μόνο εάν η πρώτη ανακοπή ήταν εκπρόθεσμη. Σε αντίθετη περίπτωση, η μεν δεύτερη ανακοπή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, τυχόν δεύτερη επίδοση της διαταγής όμως ενδέχεται να αποβλέπει στην επέλευση διαφορετικών έννομων συνεπειών, όπως π.χ. στην επίδοση νέας επιταγής προς εκτέλεση, και υπό την έννοια αυτή είναι έγκυρη.
Στον Κανονισμό 261/2004 ορίζονται τα μέτρα που υποχρεούται να λάβει ο αερομεταφορέας σε περίπτωση υπεράριθμων κρατήσεων. Μεταξύ αυτών, ως έσχατη λύση, προβλέπεται η άρνηση επιβίβασης ορισμένου επιβάτη και η καταβολή σ’ αυτόν αποζημίωσης. Η οφειλόμενη αποζημίωση, που κατατείνει στην αντιστάθμιση της ταλαιπωρίας του μη επιβιβασθέντος επιβάτη, προσδιορίζεται στον Κανονισμό κατ’ αποκοπήν. Πέραν αυτής, ο ζημιωθείς επιβάτης μπορεί να αξιώσει την αποκατάσταση και της τυχόν περαιτέρω ζημίας του, εκείνης δηλαδή που συνδέεται με την αδυναμία του να μετακινηθεί όπως είχε αρχικά προγραμματίσει.
Η έγγραφη σύσταση του Συνηγόρου του Καταναλωτή προς τα εμπλεκόμενα μέρη για φιλική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς συνιστά ανακοίνωση βούλησης προς τήρηση ορισμένης συμπεριφοράς με υπόμνηση συμμόρφωσης (ΑΚ 729). Το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει την εν λόγω σύσταση, η οποία πάντως δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο.
Στην μελέτη επιχειρείται η ανάδειξη των βασικών καινοτομιών που εισάγει ο ενωσιακός νομοθέτης στην νέα Οδηγία για την ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων, καθώς και των διαφορών μεταξύ του νυν ισχύοντος καθεστώτος, όπως αυτό αποτυπώνεται στο άρθρο 6 του Ν. 2251/1994, και εκείνου που θα τεθεί σύντομα σε εφαρμογή (μετά την αναμενόμενη ενσωμάτωση της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο). Η συγγραφέας επιχειρεί επίσης μια πρώτη αποτίμηση των νέων ρυθμίσεων.
Η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες (εν προκειμένω ανώνυμης εταιρείας παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών) κατά το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994 μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική. Μόνη η πλημμελής εκπλήρωση των υποχρεώσεων του παρέχοντος υπηρεσίες δεν στοιχειοθετεί παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του καταναλωτή.