Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί που πωλούν τα γεωργικά ή κτηνοτροφικά προϊόντα των μελών τους θεωρούνται πωλητές αγρότες, χωρίς όμως παράλληλα να θεωρούνται και αγοραστές των προϊόντων των μελών τους που έχουν αναλάβει να διαθέσουν. Σε περίπτωση ζημιογόνου αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αγοραστή των αγροτικών προϊόντων ο αγροτικός συνεταιρισμός καθίσταται αμέσως ζημιωθείς και νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης σε βάρος του αγοραστή.
Η θέση σε δικαστική συμπαράσταση ενός εκ των συνδικαιούχων κοινού τραπεζικού λογαριασμού δεν επιδρά στην μεταξύ τους ιδρυθείσα ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υποκείμενο της οποίας παραμένει ο συμπαραστατούμενος, αντιπροσωπευόμενος πλέον από τον δικαστικό του συμπαραστάτη. Ο προσωπικός χαρακτήρας της ενοχικής σχέσης εκ του κοινού λογαριασμού δεν θίγεται.
Εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στους παρόχους υπηρεσιών μηχανής αναζήτησης στο διαδίκτυο. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, αν η δραστηριότητα μιας μηχανής αναζήτησης επικεντρώνεται στην ευρετηρίαση και προσωρινή αποθήκευση πληροφοριών που περιέχουν προσωπικά δεδομένα, τότε αυτή χαρακτηρίζεται αυτοτελώς ως επεξεργασία· είναι δε αδιάφορο αν οι εν λόγω πληροφορίες είναι ήδη δημοσιευμένες σε κοινωνικά μέσα ενημέρωσης.
Ως πάροχος υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 θεωρείται και ο νηογνώμονας, η εταιρεία δηλαδή που είναι υπεύθυνη για την κατάταξη των πλοίων, προσφέροντας υπηρεσίες κατά τρόπο ανεξάρτητο και εκδίδοντας πιστοποιητικά ασφαλείας. Ως καταναλωτές θεωρούνται εν προκειμένω ο πλοιοκτήτης, αλλά επιπλέον και ο ναυλωτής και ο αγοραστής του πλοίου, εφόσον είναι τελικοί αποδέκτες των σχετικών υπηρεσιών.
Η μελέτη επιχειρεί να αναλύσει τις διαφορετικές εκφάνσεις του προτύπου του «μέσου καταναλωτή» στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, εστιάζοντας στη λειτουργία και το περιεχόμενo του προτύπου, όπως αυτό διαμορφώνεται κυρίως στην ελληνική νομολογία. Το εν λόγω πρότυπο εδράζεται νομοθετικά στο ενωσιακό δίκαιο, γεγονός που καθιστά αναγκαία την εξέταση του βαθμού σύγκλισης ή τυχόν απόκλισης μεταξύ της ερμηνευτικής προσέγγισης που υιοθετείται σε εθνικό επίπεδο και εκείνης που αποτυπώνεται στην ενωσιακή έννομη τάξη.
Αντικείμενο της μελέτης είναι ο προσδιορισμός της έννοιας της μη υλικής ζημίας (ηθικής βλάβης) στο πλαίσιο του άρθρου 82 παρ. 1 ΓΚΠΔ. Η έννοια αυτή διαθέτει κεντρική σημασία για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης, που ιδρύει ευθύνη προς αποζημίωση σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των διατάξεων του κανονισμού. Στο μέτρο που η μη υλική ζημία συνιστά αόριστη νομική έννοια, η μελέτη επικεντρώνεται στην εξειδίκευση της έννοιας αυτής.
Ενδοσυμβατική αποζημιωτική ευθύνη του Προμηθευτή έναντι του πελάτη του για αδικαιολόγητη καθυστέρηση επανασύνδεσης διακοπείσας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Ο Προμηθευτής δεν αρκεί να δώσει εντολή επανασύνδεσης στον ΔΕΔΔΗΕ, προκειμένου να έχει εκπληρώσει την αντίστοιχη συμβατική του υποχρέωση έναντι του πελάτη· οφείλει επιπλέον να διαβεβαιώσει τον πελάτη ότι εκτελέστηκε η δοθείσα εντολή και να ενημερώσει για τυχόν κώλυμα.
Δεύτερη επίδοση διαταγής πληρωμής, που λαμβάνει χώρα μετά την άσκηση ανακοπής, ενεργοποιεί νέα προθεσμία άσκησης ανακοπής μόνο εάν η πρώτη ανακοπή ήταν εκπρόθεσμη. Σε αντίθετη περίπτωση, η μεν δεύτερη ανακοπή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, τυχόν δεύτερη επίδοση της διαταγής όμως ενδέχεται να αποβλέπει στην επέλευση διαφορετικών έννομων συνεπειών, όπως π.χ. στην επίδοση νέας επιταγής προς εκτέλεση, και υπό την έννοια αυτή είναι έγκυρη.