Η χορήγηση εξοφλητικής απόδειξης από τον δανειστή συνιστά αφενός εξώδικη ομολογία του γεγονότος της εκπλήρωσης της παροχής (καταβολής), αφετέρου οιονεί δικαιοπραξία που διέπεται, μεταξύ άλλων, και από τις διατάξεις περί εικονικότητας. Εξοφλητική απόδειξη που χορηγήθηκε χωρίς να έχει στην πραγματικότητα καταβληθεί η οφειλή στον δανειστή, αλλά μόνο χάριν διευκόλυνσης του κομιστή της είναι εικονική και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα ουσιαστικού δικαίου.
Διάκριση της “μεταβίβασης” (πώλησης) της επιχείρησης ως οικονομικής μονάδας (τεχνικοοικονομική δομή, πελατεία, φήμη κ.λπ.) από την εκποίηση των επιμέρους κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων που την συνθέτουν. Η ΑΚ 479 εφαρμόζεται και όταν η μεταβίβαση πραγματωθεί με περισσότερες διαθετικές πράξεις, είτε ταυτόχρονες είτε διαδοχικές, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι αυτές τελούν μεταξύ τους σε στενή οικονομική και χρονική σχέση.
Δεν χωρεί συνυπολογισμός ζημίας και ωφέλειας που απορρέει από την ίδια αδικοπρακτική συμπεριφορά όταν αυτός αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης, όπως π.χ. στην περίπτωση όπου ο υπόχρεος σε αποζημίωση είναι και υπόχρεος προς χορήγηση της ωφέλειας.
Η αποσπασματική ρύθμιση της ευθύνης από διακινδύνευση στον νόμο ενδέχεται να οδηγήσει σε αξιολογικές αντινομίες ως προς συγκεκριμένες, μη ρυθμιζόμενες νομοθετικά, περιπτώσεις πρόκλησης ζημιών από πηγές κινδύνου. Το εν λόγω ζήτημα, ως αξιολογικό, πρέπει να κρίνεται in concreto, ενώ γενικός κανόνας περί αποκαταστάσεως της ζημίας που προκαλείται αδιακρίτως από κάθε πηγή κινδύνου, ανεξαρτήτως του πταίσματος του κατόχου αυτής, δεν μπορεί να συναχθεί επαγωγικά.
Ζημία εξ αδικοπραξίας συνιστάμενη σε ποσά αγοράς ανταλλακτικών και δαπάνες επισκευής βλαβέντος από αυτοκινητικό ατύχημα οχήματος. Ο καταβληθείς από τον παθόντα Φ.Π.Α. επί των ως άνω ποσών επιδικάζεται σε βάρος του ζημιώσαντος ως κονδύλιο αποζημίωσης. Διαφορετικά, σε περίπτωση δηλαδή μη επιδίκασης του Φ.Π.Α., η θέση του υποχρέου προς αποζημίωση θα καθίστατο ευνοϊκότερη και θα παραβιαζόταν η αρχή της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος από αδικοπραξία.
Η σύμβαση άφεσης χρέους που καταρτίζεται μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου δεν αντιτάσσεται από τον ασφαλιστή κατά του ζημιωθέντος. Ο ασφαλιστής που κατέβαλε την αποζημίωση στον τρίτο ζημιωθέντα, αν και είχε προηγουμένως συνάψει σύμβαση άφεσης χρέους με τον πελάτη του-ασφαλισμένο, έχει αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά του τελευταίου.
Εάν δεν προκύπτει ο χαρακτήρας ορισμένης σύμβασης ως ακριβόχρονης εκτέλεσης, επί υπαίτιας καθυστέρησης εκπλήρωσης εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 340 επ. και 383 επ. ΑΚ για την υπερημερία οφειλέτη. Μεικτή σύμβαση μίσθωσης αίθουσας για την πραγματοποίηση θεατρικής παράστασης και κατάλληλης προετοιμασίας του μισθίου προς τον σκοπό αυτό, η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε εγκαίρως. Η εν λόγω επίδικη σύμβαση δεν αποτελεί γνήσια σύμβαση ακριβόχρονης εκτέλεσης.
Μόνη η μη συμμόρφωση του δανειστή προς τα βάρη που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 862 και 863 ΑΚ συνεπάγεται την θεμελίωση υπέρ του εγγυητή των αντίστοιχων ενστάσεων ελευθέρωσης, όχι όμως (κατ’ αρχήν) και αδικοπρακτικής ευθύνης του δανειστή.