Δεν χωρεί συνυπολογισμός ζημίας και ωφέλειας που απορρέει από την ίδια αδικοπρακτική συμπεριφορά όταν αυτός αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης, όπως π.χ. στην περίπτωση όπου ο υπόχρεος σε αποζημίωση είναι και υπόχρεος προς χορήγηση της ωφέλειας.
Η αποσπασματική ρύθμιση της ευθύνης από διακινδύνευση στον νόμο ενδέχεται να οδηγήσει σε αξιολογικές αντινομίες ως προς συγκεκριμένες, μη ρυθμιζόμενες νομοθετικά, περιπτώσεις πρόκλησης ζημιών από πηγές κινδύνου. Το εν λόγω ζήτημα, ως αξιολογικό, πρέπει να κρίνεται in concreto, ενώ γενικός κανόνας περί αποκαταστάσεως της ζημίας που προκαλείται αδιακρίτως από κάθε πηγή κινδύνου, ανεξαρτήτως του πταίσματος του κατόχου αυτής, δεν μπορεί να συναχθεί επαγωγικά.
Ζημία εξ αδικοπραξίας συνιστάμενη σε ποσά αγοράς ανταλλακτικών και δαπάνες επισκευής βλαβέντος από αυτοκινητικό ατύχημα οχήματος. Ο καταβληθείς από τον παθόντα Φ.Π.Α. επί των ως άνω ποσών επιδικάζεται σε βάρος του ζημιώσαντος ως κονδύλιο αποζημίωσης. Διαφορετικά, σε περίπτωση δηλαδή μη επιδίκασης του Φ.Π.Α., η θέση του υποχρέου προς αποζημίωση θα καθίστατο ευνοϊκότερη και θα παραβιαζόταν η αρχή της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος από αδικοπραξία.
Η σύμβαση άφεσης χρέους που καταρτίζεται μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου δεν αντιτάσσεται από τον ασφαλιστή κατά του ζημιωθέντος. Ο ασφαλιστής που κατέβαλε την αποζημίωση στον τρίτο ζημιωθέντα, αν και είχε προηγουμένως συνάψει σύμβαση άφεσης χρέους με τον πελάτη του-ασφαλισμένο, έχει αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά του τελευταίου.
Εάν δεν προκύπτει ο χαρακτήρας ορισμένης σύμβασης ως ακριβόχρονης εκτέλεσης, επί υπαίτιας καθυστέρησης εκπλήρωσης εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 340 επ. και 383 επ. ΑΚ για την υπερημερία οφειλέτη. Μεικτή σύμβαση μίσθωσης αίθουσας για την πραγματοποίηση θεατρικής παράστασης και κατάλληλης προετοιμασίας του μισθίου προς τον σκοπό αυτό, η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε εγκαίρως. Η εν λόγω επίδικη σύμβαση δεν αποτελεί γνήσια σύμβαση ακριβόχρονης εκτέλεσης.
Μόνη η μη συμμόρφωση του δανειστή προς τα βάρη που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 862 και 863 ΑΚ συνεπάγεται την θεμελίωση υπέρ του εγγυητή των αντίστοιχων ενστάσεων ελευθέρωσης, όχι όμως (κατ’ αρχήν) και αδικοπρακτικής ευθύνης του δανειστή.
Προϋπόθεση του ορισμένου της αγωγής αποζημίωσης για νοσήλια και φάρμακα αποτελεί η λεπτομερής εξειδίκευση των σχετικών δαπανών ανά κατηγορία. Δυνατότητα εξειδίκευσης των νοσηλίων με τις προτάσεις, εφόσον αυτά ήταν μεν μελλοντικά κατά την άσκηση της αγωγής, είχαν όμως εν τω μεταξύ πραγματοποιηθεί κατά τη συζήτησή της. Δικαιούχος αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας είναι ο ίδιος ο παθών. Τρίτος που κατέβαλε τα νοσήλια δεν καθίσταται δικαιούχος αποζημίωσης (έμμεσα ζημιωθείς).
Oι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που ρυθμίζουν την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα δεν εφαρμόζονται αναλογικά σε ετερόφυλα ζεύγη που συμβιώνουν σε καθεστώς ελεύθερης ένωσης. Στην περίπτωση αυτή ενδέχεται να εφαρμοστούν ευθέως οι διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους. Δεν γεννάται αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού για τις ανταλλασσόμενες μεταξύ των συντρόφων καθημερινές παροχές, οι οποίες με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας προσφέρονται από ελευθεριότητα. Ως προς περιουσιακές επιδόσεις μεγάλης αξίας, ωστόσο, θεμελιώνεται αξίωση εκ των άρθρων 904 επ. ΑΚ, εφόσον αποδειχθεί ότι αυτές έλαβαν χώρα στο πλαίσιο ενός δημιουργηθέντος “συνδέσμου εμπιστοσύνης”, ο οποίος εν συνεχεία ανατράπηκε.