Σε περίπτωση πώλησης ακινήτου, την κυριότητα του οποίου ο πωλητής έχει αποκτήσει με βάση κληρονομική διαδοχή, η βάσιμη αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος από τρίτον (εν προκειμένω μέσω της υποβολής αίτησης δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του κληρονομουμένου), ο οποίος επικαλείται ίδιον κληρονομικό δικαίωμα, συνιστά νομικό ελάττωμα.
Σε περίπτωση ανάκλησης της δωρεάς ο ανακαλέσας δωρητής δικαιούται να απαιτήσει από τον δωρεοδόχο την αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος, δηλαδή την αναμεταβίβαση της κυριότητας με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αν ο δωρεοδόχος κατά τον χρόνο της ανάκλησης έχει καταστεί κύριος του δωρηθέντος ακινήτου με τακτική χρησικτησία, η κυριότητα δεν δύναται να ανακτηθεί κατά τα ανωτέρω από τον δωρητή διότι υφίσταται νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού.
Όταν ο ιδιοκτήτης και εκμισθωτής ενός ακινήτου προβαίνει στην εκποίησή του, αυτός που αποκτά υπεισέρχεται αυτοδίκαια και συνολικά στην έννομη σχέση της μίσθωσης. Δεν αποκλείεται όμως ο μισθωτής να αγνοεί την εκποίηση και να συνεχίζει να καταβάλλει μισθώματα στον προηγούμενο ιδιοκτήτη με τον οποίο κατάρτισε τη μίσθωση, παρότι αυτός δεν είναι πλέον εκμισθωτής και δανειστής της απαίτησης για καταβολή μισθωμάτων. Αν η καταβολή δεν θεωρηθεί έγκυρη, η υποχρέωση για καταβολή μισθωμάτων δεν θα έχει αποσβεστεί και το βάρος αναζήτησης όσων καταβλήθηκαν, καθώς και τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του αρχικού εκμισθωτή, έχει ο μισθωτής, ο οποίος κατέβαλε σε μη δικαιούχο· διαφορετικά, το σχετικό βάρος και τον αντίστοιχο κίνδυνο φέρει ο νέος κτήτορας.
Αντικείμενο της μελέτης είναι αφενός η διερεύνηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο εγγυητής χάνει, σύμφωνα με την ΑΚ 859, το δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη, το οποίο διαφορετικά θα είχε βάσει της εσωτερικής τους σχέσης, και αφετέρου το ζήτημα, αν και έναντι ποιου προσώπου ο εγγυητής, ο οποίος απώλεσε το δικαίωμα αναγωγής, αποκτά αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού.
H ακυρότητα σύμβασης δωρεάς κινητού πράγματος που καταρτίστηκε ατύπως θεραπεύεται σε περίπτωση παράδοσης του δωρηθέντος από τον δωρητή στον δωρεοδόχο. Ως παράδοση της νομής κατά την έννοια της ΑΚ 498 νοείται όχι μόνο η υλική αλλά και η “πλασματική” παράδοση των άρθρων 976 παρ. 2 και 978 ΑΚ.
Η παύση της απειλής μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης του δικαιώματος ακύρωσης συνιστά αντένσταση εκείνου που επιδιώκει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η απειλή δεν θεμελιώνει άνευ ετέρου αντίθεση της ακυρώσιμης δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη.
Στην μελέτη επιχειρείται η παρουσίαση των δικαιωμάτων του αγοραστή ενός ελαττωματικού πράγματος, έτσι ώστε να προστατεύεται μεν ο αγοραστής, αλλά και να μην καθίσταται υπερβολικά επαχθής η θέση του πωλητή. Το νέο δίκαιο (ΑΚ 542 επ.) διαπνέεται από την προσπάθεια διατήρησης της σύμβασης και εισάγει ιεράρχηση του οπλοστασίου του αγοραστή. Ο αγοραστής έχει αξίωση αποκατάστασης, δηλαδή διόρθωσης ή αντικατάστασης (πρώτη βαθμίδα), δικαίωμα μείωσης ή υπαναχώρησης (δεύτερη βαθμίδα) και αξίωση αποζημίωσης, όταν βαρύνεται με πταίσμα ο πωλητής ή λείπει μια συνομολογημένη ιδιότητα του πράγματος.
Με τον ν. 4967/2022 μεταρρυθμίστηκε το δίκαιο της πώλησης σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2019/771/ΕΕ. Η ενσωμάτωση των αλλαγών που επέβαλε η Οδηγία έγινε στο ίδιο το κείμενο του Αστικού Κώδικα και αφορά όλες τις πωλήσεις, κινητών και ακινήτων, ανεξαρτήτως της ιδιότητας των συναλλασσομένων ως ιδιωτών ή προμηθευτών ή καταναλωτών. Μεταξύ των κυριότερων καινοτομιών των νέων ρυθμίσεων συγκαταλέγονται αφενός η ρύθμιση της σύμβασης της πώλησης πράγματος με ψηφιακά στοιχεία, ως μιας μεικτής σύμβασης που συνδυάζει στοιχεία από τις συμβάσεις πώλησης αγαθού αλλά και παροχής υπηρεσίας και αφετέρου η ανάδειξη ως κεντρικής έννοιας της παθολογίας της σύμβασης πώλησης της «μη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση» αντί του πραγματικού ελαττώματος που ίσχυε μέχρι τώρα, χωρίς όμως να καταργείται ο όρος «πραγματικό ελάττωμα».