Μόνον προδικαστικές έννομες σχέσεις εμπίπτουν στην έννοια του παρεμπίπτοντος ζητήματος, επί του οποίου χωρεί επέκταση του δεδικασμένου βάσει του άρθρου 331 ΚΠολΔ. Το δεδικασμένο απόφασης, η οποία επιδίκασε αμοιβή για υπερσυμβατικές εργασίες, δεν εκτείνεται επί του δικαστικού καθορισμού του χρόνου λήξης σύμβασης παροχής υπηρεσιών, διότι αυτός αποτελεί κρίση περί πραγματικών περιστατικών.
Η μελέτη εξετάζει τα obiter dicta στην νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων. Τα obiter dicta είναι παρεμπίπτουσες, πλεοναστικές δικαστικές κρίσεις, οι οποίες, μολονότι διατυπώνονται στις προκείμενες προτάσεις, εν τούτοις δεν αφορούν το κύριο ζήτημα της υπόθεσης και, συνεπώς, δεν επηρεάζουν την έκβαση της δίκης και δεν στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης. Διακρίνονται σαφώς από τη ratio decidendi, δηλαδή τις κύριες αιτιολογίες, οι οποίες μετέχοντας της νομικής και ιστορικής αιτίας της απόφασης, στηρίζουν αναγκαία το διατακτικό της, καθώς και ειδικότερα από τις επάλληλες αιτιολογίες, καθεμία από τις οποίες είναι ικανή να στηρίξει αυτοτελώς το διατακτικό. Λόγω της μη δεσμευτικής τους φύσης, τα obiter dicta δεν ασκούν καμία επιρροή στο δικονομικό δίκαιο, λ.χ. δεν παράγουν δεδικασμένο, δεν μπορούν να τύχουν διόρθωσης ή ερμηνείας και δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον για την άσκηση ενδίκων μέσων. Για τον λόγο αυτό, η επιστήμη στέκεται συχνά αρκετά επικριτικά απέναντί τους.
Η προσεπίκληση του άρθρου 88 ΚΠολΔ συνιστά ιδιάζουσα μορφή παρεμπίπτουσας υπό αίρεση εναγωγής του εκ της εγγυητικής σχέσεως παθητικώς νομιμοποιουμένου τρίτου, συνεπεία της οποίας ο τρίτος καθίσταται διάδικος και δη εναγόμενος στη συνεκδικαζόμενη με την αρχική παρεμπίπτουσα δίκη.
Η μελέτη επικεντρώνεται στην εφαρμογή της αρχής του αυτεπαγγέλτου δικαστικού ελέγχου της καταχρηστικότητας προδιατυπωμένων όρων καταναλωτικών συμβάσεων, όπως αυτή θεμελιώθηκε και εξειδικεύθηκε έως σήμερα μέσα από την κρίσιμη νομολογία του ΔΕΕ. Αποτιμάται ιδίως η εν λόγω νομολογία σε αναφορά με τον αυτεπάγγελτο έλεγχο της καταχρηστικότητας όρων ανευρισκόμενων στους ιδιότυπους εκτελεστούς τίτλους κατ’ άρθρ. 35 επ., 48 επ. του ν.δ. 17.07./13.08.1923, καθώς και στις συμβάσεις βάσει των οποίων εκδίδονται διαταγές πληρωμής.
Η μελέτη επικεντρώνεται στην εφαρμογή της αρχής του αυτεπαγγέλτου δικαστικού ελέγχου της καταχρηστικότητας προδιατυπωμένων όρων καταναλωτικών συμβάσεων, όπως αυτή θεμελιώθηκε και εξειδικεύθηκε έως σήμερα μέσα από την κρίσιμη νομολογία του ΔΕΕ. Αποτιμάται ιδίως η εν λόγω νομολογία σε αναφορά με τον αυτεπάγγελτο έλεγχο της καταχρηστικότητας όρων ανευρισκόμενων στους ιδιότυπους εκτελεστούς τίτλους κατ’ άρθρ. 35 επ., 48 επ. του ν.δ. της 17.07./13.08.1923, καθώς και στις συμβάσεις βάσει των οποίων εκδίδονται διαταγές πληρωμής. Αναδεικνύεται η σημασία της νομολογίας αυτής για το ελληνικό δίκαιο, σε αναφορά ιδίως με την κατ’ άρθρ. 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της εκτέλεσης των εν λόγω τίτλων, την κατ’ άρθρ. 938 ΚΠολΔ αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας καθώς και τις κατ’ άρθρ. 632-633 ΚΠολΔ ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής πριν και μετά τον ν. 5221/2025.
Εάν διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως της διαφοράς κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, η επανασυζήτηση αυτής, θεωρούμενη ως συνέχεια της προηγούμενης, γίνεται υπό την αυτή σύνθεση των μελών του δικαστηρίου. Τυχόν αλλαγή της συνθέσεως στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός αν υπάρχει ανυπέρβλητο κώλυμα να διατηρηθεί η αρχική.
Η υπαγωγή υπερχρεωμένης αλλά λειτουργούσας εμπορικής επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης και η συνεπεία αυτής επερχόμενη απώλεια της εξουσίας διάθεσης της περιουσίας της συνεπάγονται την παύση της ισχύος προϋφιστάμενης συμφωνίας περί διαιτησίας, καταρτισθείσας μεταξύ των αρμόδιων καταστατικών οργάνων της επιχείρησης αφενός και ορισμένου ή ορισμένων πιστωτών αυτής αφετέρου.