Ο ενάγων, χρήστης του συστήματος e-banking, ενήργησε αμελώς, καθόσον από έλλειψη προσοχής δεν αντιλήφθηκε ότι έχει εισέλθει σε πλαστή ιστοσελίδα πληρωμών, διαφορετική από την επίσημη ιστοσελίδα του παρόχου των υπηρεσιών πληρωμής, εισήγαγε δε σ’ αυτήν τα στοιχεία ταυτοποίησής του, τα οποία υπεκλάπησαν και αξιοποιήθηκαν στην συνέχεια για την παράνομη διενέργεια συναλλαγών στο όνομά του. Η ως άνω αμελής συμπεριφορά του χρήστη-ζημιωθέντος δεν αναιρεί την αμελή και παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, η οποία μπορούσε και όφειλε να έχει προβλέψει αποτελεσματικότερους τρόπους εξασφάλισης του συστήματος πληρωμών έναντι του κινδύνου υποκλοπής στοιχείων των χρηστών (π.χ. πρόβλεψη χρονοκαθυστέρησης σε περίπτωση αλλαγής από τον χρήστη του αριθμού τηλεφώνου στον οποίο αποστέλλεται ο κωδικός επαλήθευσης ταυτότητας OTP).
Στη μελέτη εξετάζεται το φαινόμενο της τυποποίησης των συμβάσεων και προσδιορίζονται οι παράγοντες καινοτομίας και αδράνειας που επιδρούν κατά την πορεία από την εξατομικευμένη σύμβαση στη σχεδόν πλήρη, για ορισμένους τύπους συναλλαγών, αποκρυστάλλωση των συμβατικών κειμένων. Κομβική σε κάθε στάδιο είναι η σχέση κόστους και οφέλους που διακρίνουν οι συμβαλλόμενοι στις επιλογές που διαθέτουν για τη διαμόρφωση της σύμβασής τους. Δεδομένου ότι κάθε επιλογή συνδέεται με πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, η απόφαση υπέρ της μίας ή της άλλης προϋποθέτει τη στάθμιση, συνειδητά ή ασυνείδητα, αυτών των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων με βάση τις υποκειμενικές αντιλήψεις και προτιμήσεις των προσώπων που συμμετέχουν στην επιλογή.
Δόλια απόκρυψη εκ μέρους του πωλητή και του συνεργαζόμενου με αυτόν μεσίτη της ύπαρξης νομικού ελαττώματος (προσημειώσεων υποθήκης) στο πωλούμενο πράγμα και, εν συνεχεία, ψευδής διαβεβαίωση των ιδίων περί άρσης των υφιστάμενων βαρών στο μέλλον. Στην περίπτωση αυτή ο πωλητής και ο μεσίτης, ως άμεσος συνεργός αυτού, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι του αγοραστή με βάση το άρθρο 926 εδ. α΄ περ. α΄ ΑΚ.
Η μελέτη εξετάζει τις προϋποθέσεις και τα όρια της δικαστικής παρέμβασης σε πιστωτικές συμβάσεις, ειδικότερα δε ως προς δύο εκφάνσεις της: αφενός αναφορικά με την δυνατότητα αναπροσαρμογής των συμβάσεων λόγω μεταβολής των συνθηκών, με βάση τα άρθρα 288, 388 ΑΚ, και αφετέρου αναφορικά με τον δικαστικό έλεγχο της μονομερούς καταγγελίας τους από τα πιστωτικά ιδρύματα (ΑΚ 281). Ερευνώνται τα νομοθετικά ερείσματα για την δικαστική παρέμβαση, οι αντίρροπες αξιολογήσεις και η τυποποίηση κριτηρίων από τα δικαστήρια.
Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται την (γαλλικής προέλευσης) θεωρία της απώλειας θεραπευτικής ευκαιρίας ή, ακριβέστερα, απώλειας ευκαιρίας επιβίωσης ή θεραπείας (théorie de la perte de chance de survie ou de guérison) υπό το πρίσμα της αδικοπρακτικής ευθύνης. Ειδικότερα, στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται το περιεχόμενο της εν λόγω θεωρίας, μέσω της ανάδειξης του πεδίου και των προϋποθέσεων εφαρμογής της, με έμφαση στον συσχετισμό της με τα μεγέθη της αιτιώδους συνάφειας και της ζημίας. Στο δεύτερο μέρος εξετάζονται, αρχικά, τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η εν λόγω θεωρία, οι προτάσεις περί δογματικής θεμελιώσεώς της (στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης), αλλά και η πολύπλευρη κριτική που της έχει ασκηθεί.
Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας λόγω αδικοπραξίας συντελείται αυτοδίκαιη μεταβίβαση στους ασφαλιστικούς οργανισμούς της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος κατά του ζημιώσαντος τρίτου (ήδη από την γέννηση της εν λόγω αξίωσης και κατ’ απόκλιση από το άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ). Για την εν λόγω μεταβίβαση απαιτείται ποιοτική, ποσοτική και χρονική αντιστοιχία μεταξύ της οφειλόμενης κοινωνικοασφαλιστικής παροχής και του συναφούς αποζημιωτικού κονδυλίου.
Αντικείμενο της μελέτης είναι η ρύθμιση του άρθρου 652 ΑΚ, η οποία διέπει την ευθύνη του εργαζομένου, μετά την τροποποίησή του από τον ν. 4611/2019. Αναδεικνύεται εν πρώτοις η διαφοροποίησή της από την πρόβλεψη του άρθρου 330 εδ. β΄ ΑΚ, με την υιοθέτηση μέτρου επιμέλειας προσαρμοσμένου στον συγκεκριμένο εργαζόμενο. Ακολούθως, ερευνάται η νέα διάταξη της παρ. 2, που επιτρέπει στο δικαστήριο να περιορίσει ή να αποκλείσει την ευθύνη του εργαζομένου, εφόσον η πρόκληση ζημίας οφείλεται σε αμέλειά του.
Σε περίπτωση αυθαίρετης και παράνομης κατάληψης από τρίτον τμήματος ακινήτου, το οποίο ο κύριος αυτού έχει εκμισθώσει, χωρίς να έχει διατηρήσει και ο ίδιος δικαίωμα παράλληλης χρήσης με βάση τη σύμβαση μίσθωσης, ο κύριος δεν συνιστά τον άμεσο δικαιούχο του πλουτισμού που φέρεται να απέκτησε αδικαιολόγητα ο καταπατήσας μέσω της εξοικονόμησης του μισθώματος.