Συμβούλιο Αρείου Πάγου 575/2024

Αθώωση για υπεξαίρεση και λαθρεμπορία εις βάρος του Δημοσίου και των ΟΤΑ. “Δυαδικές” κυρώσεις.

Και υπό την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα η καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλόμενου για την ηλεκτρική ενέργεια ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη και χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία. – Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της λαθρεμπορίας. – Πότε υπάρχει αιτιολογία στην καταδικαστική απόφαση για λαθρεμπορία αναφορικά με το στοιχείο του δόλου. – Γίνεται δεκτή η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας κατά της καταδικαστικής απόφασης για λαθρεμπορία κατ’ εξακολούθησιν, αφού μετά από την αμετάκλητη καταδίκη προέκυψαν νέες αποδείξεις, δηλαδή η έκδοση γνωμοδότησης της Ολομελείας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την οποία έγινε δεκτό ότι στην προκειμένη υπόθεση εφαρμόζεται το όλως ειδικό νομοθετικό πλαίσιο του Ν. 4312/2014, με βάση το οποίο προσδιορίζεται η έννοια της “εισπρακτέας” απαίτησης, με αποτέλεσμα σε συνδυασμό με αναγνωσθείσα στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πορισματική αναφορά της ΕΛΥΤ, ο κατηγορούμενος να απαλλάσσεται από την πράξη της λαθρεμπορίας που του αποδίδεται για τον ΕΦΚ του μηνός Φεβρουαρίου 2012, αφού καθίσταται αναδρομικώς εμπρόθεσμη η εκ μέρους του καταβολή του οφειλομένου γι’ αυτήν ποσού. – Κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος τόσο της υπεξαίρεσης κατ’ εξακολούθησιν κατά του Ελληνικού Δημοσίου και Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, όσο και της λαθρεμπορίας κατ’ εξακολούθησιν, από την οποία οι δασμοί, οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ. – Η αθώωση του κατηγορουμένου για τις πράξεις αυτές συνεπιφέρει αναγκαίως την αθώωσή του για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. – Ακυρώνεται η καταδικαστική απόφαση και επεκτείνεται το αποτέλεσμα και στους συγκαταδικασθέντες. – Υπό ποίες προϋποθέσεις απαγορεύεται η επιβολή διττής κυρώσεως για την ίδια πράξη (ne bis in idem). – Δεν επιτρέπεται η εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κύρωσης για φορολογική ή τελωνειακή παράβαση, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετακλήτως η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία· και αντιστρόφως, όταν η διοικητική / φορολογική κύρωση που έχει κατά τα κριτήρια Engel “ποινικό” χαρακτήρα έχει επιβληθεί και έχει καταστεί απρόσβλητη, εμποδίζεται η άσκηση ποινικής δίωξης για την ίδια πράξη κατά του ίδιου προσώπου. – Τα πολλαπλά τέλη που προβλέπονται από τον Τελωνειακό Κώδικα ως διοικητική χρηματική κύρωση επί τελωνειακών παραβάσεων λαθρεμπορίας, στην ουσία, λόγω της φύσεως, της βαρύτητας και του σκοπού επιβολής τους, αλλά και του γεγονότος ότι μπορεί να επιβληθούν αδιακρίτως σε οποιοδήποτε πρόσωπο διαπράξει τυχόν τελωνειακή παράβαση, αποτελούν “ποινική” κατά την ΕΣΔΑ και την νομολογία του ΕΔΔΑ κύρωση, αφού πληρούν το δεύτερο και το τρίτο των ουσιαστικών κριτηρίων Engel. – Εφόσον με Καταλογιστική Πράξη Τελωνείου, που έχει ήδη καταστεί απρόσβλητη, επιβλήθηκαν στον αιτούντα και σε άλλα φυσικά και νομικά πρόσωπα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, πολλαπλά τέλη συνολικού ύψους 3.910.961,04 ευρώ για εξακολουθητική τελωνειακή παράβαση, τα οποία έχουν καταβληθεί στο Δημόσιο, απαγορεύεται η ποινική καταδίκη του αιτούντος και από το ποινικό δικαστήριο για λαθρεμπορία, με βάση την αρχή της μη επιβολής διττής ποινικής κύρωσης για την ίδια αξιόποινη πράξη, κατά το άρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρ. 50 του ΧΘΔΕΕ (ne bis in idem).

Διαβάστε περισσότερα στο poinikachronika.gr και στην Π.Ν. Σάκκουλας Library.