Στην μελέτη εξετάζεται η σχέση μεταξύ του ποινικού και του συνταγματικού δικαίου, με έμφαση στην ανάγκη για ισχυρότερο έλεγχο συνταγματικότητας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αρχικώς, παρατηρείται ότι η ιεραρχία των κανόνων δικαίου θεμελιώνει μεν την υπεροχή του Συντάγματος έναντι των ποινικών νόμων, στην θεωρία όμως εντοπίζονται σαφείς τάσεις αποσύνδεσης του ποινικού δικαίου από παραδοσιακά συνταγματικά εχέγγυα – π.χ. με αναδρομή σε ιδιαίτερες ιδιότητες της ποινής ή κριτήρια, όπως η θεωρία περί εννόμου αγαθού και η αρχή της ενοχής. Το κείμενο δείχνει ότι αυτές οι θέσεις μόνον εν μέρει καλύπτουν τις απαιτήσεις βέλτιστης προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και, ως εκ τούτου, οι ίδιες αδυνατούν να αντικαταστήσουν τον εκτενή έλεγχο που επιβάλλει η αρχή της αναλογικότητας. Με βάση δύο παραδείγματα από την γερμανική νομολογία διαπιστώνεται ότι το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (Bundesverfassungsgericht) είναι μέχρι στιγμής –ως μη έδει– ιδιαίτερα διστακτικό κατά τον έλεγχο των κανόνων του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η μελέτη ολοκληρώνεται με την πρόταση διαμορφώσεως μιας συμπληρωματικής σχέσης μεταξύ των αρχών του ποινικού δικαίου και των γενικών συνταγματικών εχεγγύων, μέσω της οποίας η άσκηση κρατικής ποινικής εξουσίας μπορεί να οριοθετηθεί αποτελεσματικότερα απ’ ό,τι μόνον με ενδοσυστηματικά κριτήρια.
Διαβάστε περισσότερα στην Π.Ν. Σάκκουλας Library.