Δόλος τέλεσης απιστίας εις βάρος Μονής
Συνιστά ζημία της ξένης περιουσίας και η διακινδύνευση που προκαλείται με την κατάχρηση εξουσίας του δράστη ως διαχειριστή, δεν αίρεται δε η ζημία εκ του ότι ο ζημιωθείς έχει αξίωση αποζημίωσης. Εφόσον η απόφαση του διαχειριστή λαμβάνεται υπό συνθήκες αβεβαιότητας, τα περιθώρια διακινδύνευσης πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στην εσωτερική σχέση των μερών. Η συγκατάθεση του βλαπτόμενου σε δικαιοπραξίες “υψηλού κινδύνου” αίρει την ευθύνη του διαχειριστή. Η δράση του διαχειριστή πρέπει να αξιολογείται υπό το πρίσμα μιας ex ante θεώρησης όλων των παραμέτρων που θα έπρεπε να λάβει υπόψιν του ένας συνετός διαχειριστής για να μην ζημιώσει την ξένη περιουσία. Η περιουσιακή ζημία θα πρέπει να οφείλεται όχι απλώς στην συμπεριφορά του δράστη, αλλά στην παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης. Αναιρείται εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς την απόρριψη των λόγων εφέσεως του κατηγορουμένου, καθηγουμένου ιεράς μονής, α) περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρ. 27 παρ. 2 και 390 ΠΚ, αναφορικά με την υποκειμενική συγκρότηση του αδικήματος της απιστίας εις βάρος του εκκλησιαστικού ιδρύματος, διότι γίνεται δεκτό ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συνέτρεχαν τόσο ο άμεσος (υπερχειλής) δόλος όσο και ο ενδεχόμενος, που δεν αρκεί για την θεμελίωση της πράξης, και β) λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρ. 390 ΠΚ αναφορικά με το στοιχείο της “βέβαιης ζημίας”, δεδομένου ότι δεν αρκεί για την θεμελίωση του εγκλήματος η εξαιτίας των επίμαχων διαχειριστικών επιλογών μη αύξηση της περιουσίας, ούτε ασκούν έννομη επιρροή οι επενδυτικές επιλογές από μόνες τους, εφόσον δεν συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση βέβαιης και οριστικής ζημίας.
Δείτε περισσότερα εδώ.