Η μελέτη επικεντρώνεται στην εφαρμογή της αρχής του αυτεπαγγέλτου δικαστικού ελέγχου της καταχρηστικότητας προδιατυπωμένων όρων καταναλωτικών συμβάσεων, όπως αυτή θεμελιώθηκε και εξειδικεύθηκε έως σήμερα μέσα από την κρίσιμη νομολογία του ΔΕΕ. Αποτιμάται ιδίως η εν λόγω νομολογία σε αναφορά με τον αυτεπάγγελτο έλεγχο της καταχρηστικότητας όρων ανευρισκόμενων στους ιδιότυπους εκτελεστούς τίτλους κατ’ άρθρ. 35 επ., 48 επ. του ν.δ. της 17.07./13.08.1923, καθώς και στις συμβάσεις βάσει των οποίων εκδίδονται διαταγές πληρωμής. Αναδεικνύεται η σημασία της νομολογίας αυτής για το ελληνικό δίκαιο, σε αναφορά ιδίως με την κατ’ άρθρ. 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της εκτέλεσης των εν λόγω τίτλων, την κατ’ άρθρ. 938 ΚΠολΔ αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας καθώς και τις κατ’ άρθρ. 632-633 ΚΠολΔ ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής πριν και μετά τον ν. 5221/2025. Ειδικές παρατηρήσεις αφιερώνονται στις συνθήκες υπό τις οποίες, κατά την εν λόγω νομολογία του Δικαστηρίου, κάμπτεται το εθνικό δεδικασμένο, όταν οι προϋποθέσεις παραγωγής του πλήττουν την αποτελεσματικότητα της προστασίας δικαιωμάτων του καταναλωτή θεμελιούμενων στην ενωσιακή νομοθεσία (και ειδικώς εδώ στην Οδηγία 93/13).
Διαβάστε περισσότερα στην Π.Ν. Σάκκουλας Library.