Αναστολή εκτελέσεως της ποινής. Διαχρονικό δίκαιο. Βάρος αποδείξεως των προϋποθέσεων της αναστολής.
Από την αντιπαραβολή των τριών διατάξεων περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής (άρ. 99 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ) που ίσχυσαν διαδοχικά υπό το κράτος του πΠΚ, του νΠΚ (Ν. 4619/2019) και του Ν. 4855/2021, συνάγεται ότι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο είναι η δεύτερη εξ αυτών, εφόσον βάσει αυτής η χορήγηση της αναστολής είναι ανεξάρτητη της ύπαρξης και της βαρύτητας τυχόν προηγούμενων καταδικών. – Σε περίπτωση που δεν υφίσταται in concreto ζήτημα προηγούμενων καταδικών που θα λειτουργούσαν δικαιοκωλυτικά ως προς το δικαίωμα αναστολής, εφαρμοστέο ως ευνοϊκότερο κρίνεται το άρ. 99 πΠΚ, στην παρ. 2 του οποίου δεν προβλέπονται όροι που μπορεί να τεθούν διαζευκτικά ή σωρευτικά ως προϋποθέσεις της αναστολής. – Το άρ. 465 νΠΚ, διά του οποίου ορίζεται αυθεντικά ότι εφαρμοστέο δίκαιο για την αναστολή εκτελέσεως όσον αφορά σε πράξεις που τελέστηκαν υπό το κράτος του πΠΚ αποτελεί η περί αναστολής διάταξη του τελευταίου, δεν τυγχάνει εφαρμογής ως αντικείμενο (ενν. το άρ. 465 νΠΚ) σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος που καθιερώνουν την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου (βλ. συνδ. άρ. 4, 7 Συντ., 15 παρ. 1 εδ. γ΄ ΔΣΑΠΔ, άρ. 7 παρ. 1 ΕΣΔΑ). – Ο καταδικασθείς δεν φέρει το βάρος της απόδειξης της μη ύπαρξης προηγούμενων καταδικών, με συνέπεια η αναστολή να καθίσταται υποχρεωτική αν αυτές δεν αποδειχθούν. – Αναστέλλεται επί τριετία η εκτέλεση επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως οκτώ μηνών, κατ’ εφαρμογήν του ευμενέστερου για τον κατηγορούμενο άρ. 99 πΠΚ, αφού, ελλείψει συνημμένου στην δικογραφία ποινικού του μητρώου ή άλλης περί του αντίθετου αποδείξεως, λογίζεται ότι αυτός δεν είχε προηγούμενες καταδίκες.
Διαβάστε περισσότερα στο poinikachronika.gr και στην Π.Ν. Σάκκουλας Library.