Παραμένει αρρύθμιστο στον ΚΠολΔ το ζήτημα της προσβολής της εκτέλεσης, εάν μετά τον πλειστηριασμό ο καθ’ ου ασκήσει την εκ του άρθρου 971 παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπή, θεωρώντας ότι αρκεί το εκπλειστηρίασμα, ακολούθως όμως διαπιστωθεί ότι το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκεί, με συνέπεια να απαιτείται να συνταχθεί πίνακας κατάταξης. Στην περίπτωση αυτή η ασκηθείσα ανακοπή πρέπει να εκτιμηθεί ως ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ.
Καταχρηστική η επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου, ανήκοντος μεν κατά κυριότητα εις τον οφειλέτην του κατασχόντος δανειστού, περιελθόντος όμως εις την νομήν και κατοχήν τρίτου, παραλείψαντος να μεταγράψει το μεταξύ αυτού και του οφειλέτου καταρτισθέν, από δεκαπενταετίας ήδη, αγοραπωλητήριον συμβόλαιον.
Ως προϋπόθεση για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου για έλλειψη νόμιμης βάσης τίθεται η επί της ουσίας εξέταση της διαφοράς, διότι τότε μόνο διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια, αντιφατικότητα ή παντελή έλλειψη των οποίων είναι δυνατόν να θεμελιωθεί η εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Η παράλειψη εκπαιδευτηρίου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να πληροφορήσει τους γονείς ανήλικης μαθήτριας για τις επιδόσεις της στις εξετάσεις εισαγωγής στο εν λόγω εκπαιδευτήριο (παρά το σχετικό αίτημά τους) συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά, θίγουσα το δικαίωμα της προσωπικότητας της μαθήτριας και το δικαίωμα πρόσβασης αυτής στα προσωπικά της δεδομένα. Υποχρέωση του εκπαιδευτηρίου να αποκαταστήσει την περιουσιακή και ηθική βλάβη που προκάλεσε η συμπεριφορά του θεμελιώνεται μόνο έναντι της ανήλικης μαθήτριας.